Τυμβωρύχοι || γράφει το ραφτόπουλο

Ξεκίνημα

Φως
στου ορίζοντα την αυλαία πίσω
φως
της νύχτας φλόγα παγωμένη
φως.

Πρώτη σύληση

Φεγγάρι
όπως διαγράφεις τ’ ουρανού τις ρωγμές
ρίξε -και συγχώρησέ μου την προστακτική-
ρίξε μου φως στο δρόμο.
Με τους μοναχικούς της νύχτας γίνομαι ένα
παρατηρούμε τους περαστικούς
εκείνους που ζουνε.

          Δύο εραστές διαπραγματεύονται το πρώτο τους φιλί

          Ένα κορίτσι βγάζει βόλτα τα σκυλιά

          Ένας μαύρος γάτος παίζει με ένα καπάκι

Δεύτερη σύληση

Γυρίζει ο κόσμος γύρω μας και μπαίνει,
γίνεται ένα με τα σωθικά μας.
Καρδιά δεν έχουμε να χτυπάει
χτυπούν τα βήματα μας τη νύχτα
χτυπούν τα βήματα στο ρυθμό των σπαραγμών
στο ρυθμό της αμηχανίας και
των χεριών στις τσέπες.
Δεν έχουμε πνευμόνια
ανάσα μας είναι όλοι οι λυγμοί που πνίγηκαν
στο βούρκο μιας κατάλληλης μουσικής
που σφάχτηκαν στην πίσω θέση ενός ταξί
πίσω από μια οθόνη υπολογιστή.

Παύση

Φεγγάρι
γέμισε την πόλη με φως αληθινό
άσε τα μάτια να εξερευνήσουν
τα περιγράμματα της γεωμετρίας
των αισθήσεων.

Τρίτη σύληση

          Χτυπούν τα κύματα απαλά στην άμμο

          Αγριεύουν όπως πλησιάζεις την θάλασσα

          Με μανία να σε αγκαλιάσουν να σε κάνουν ένα με την αδιάλειπτη κίνηση τους

Τα λουλούδια ανθίζουν για να βρεθούν
στις παλάμες σου.
Γεμίζουν άρωμα, γεμίζουν χρώμα
για να τους κλέψεις τη μυρωδιά
κι εκείνα να κλέψουν τη μνήμη του ολογράμματός σου.

Χέρια δεν έχουμε να σε κρατήσουμε
σε κρατάει η θάλασσα που μας ξέρει καλά,
δάκρυα δεν έχουμε να σου χαρίσουμε άλλα πέρα από την αλμύρα της.
Να νιώσουμε το άρωμά σου δεν μπορούμε πια
κρατούμε όμως τα γιασεμιά και είναι αρκετά.
Κι όσο για τη φωνή σου την έχουμε ξεχάσει
ακούγεται μονάχα μακριά το Clair de Lune

κι εγώ μονάχα μ’ ένα σφίξιμο θυμάμαι τη φωνή σου
γιατί ξέρω πως είναι δικό σου

Διακεκομμένη μελωδία
και ό,τι δικό σου επέλεξα να το δώσω πίσω
να το αφήσω στο δρόμο, στους μοναχικούς.

Κράτησα μονάχα ένα φως
ένα φως μέσα από τις ρωγμές του πηλού
που ήταν το κορμί σου.
Ένα φως που.

Κλείσιμο

Και ζωή δεν έχουμε πια
μονάχα ένα φως, λευκό, κρύο
ένα φως κρύο σαν του ουρανού τη νύχτα
ένα φως δικό σου
που μας οδηγεί μέσα στους τάφους
των πεθαμένων απολαύσεων
εκεί που θα κλέψουμε από τους νεκρούς
τα χρώματα για να γεμίσουμε τα κενά
του πορτραίτου της νύχτας που δεν.

θα ξημερώσει σύντομα.

Την φωτογραφία την τράβηξε η Νούρα
Σεπτέμβρης του 2021
Rue de l’Angleterre, Tύνιδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.