Το Οτοστόπ (Κουκλοθέατρο) || Των Prattler & Ι.Μ

Το παρόν ποστ αποτελεί τη δική μας προσπάθεια να μπούμε στο ρόλο του «σκηνοθέτη» στη νέα σειρά των Unboxholics, «Κουκλοθέατρο». Οι μαριονέτες μας είναι σε θέση μάχης, έτοιμες να εκπληρώσουν τις ορέξεις της καλπάζουσας φαντασίας, όπως αυτή αναδύεται μετά και την τελευταία σκηνή του παραπάνω βίντεο…

Κάπου πηγαίνω. […] Πρέπει να είναι νύχτα.

Ήταν από τις πλέον ελάχιστες εναπομείνασες απολαύσεις του «Κόμη».

Μπορεί πλέον τα βιβλία του να μην εκδίδονται και όσα εκδόθηκαν να έπιασαν πάτο. Μπορεί στη ζωή να του πήγαν όλα ανάποδα μετά την πρωτοφανή αναγνώριση που τον καθιέρωσε, και από το φοβισμένο, μοναχικό παιδί της διπλανής πόρτας που άκουγε στο αλλόκοτο όνομα «Κομισάριος» ανήλθε στο λογοτεχνικό πάνθεον ως «Κόμης», ωστόσο οι βραδυνές του εξορμήσεις παρέμεναν το αντίδοτο σε όλα.

Περιπλανήσεις στην πόλη με τα πόδια, όταν το καλοκαίρι έδινε σιγά σιγά τα σκήπτρα στο φθινόπωρο, με το δροσιστικό αεράκι να αναζωογονεί το πνεύμα, να εξωτερικεύει κάθε λογοτεχνική έμπνευση και να λυτρώνει από τον πόνο. Και σαν έμπαινε ο χειμώνας, τις ώρες που για τον κόσμο είναι «αμαρτωλές», φόρτωνε το ντεπόζιτο και οδηγούσε. Και όπου μας βγάλει. Στο Λουδία, στο Πάικο, στα ξεχασμένα χωριά του Νομού, στα ερείπια ενός αρχαίου πολιτισμού που ενίοτε τον συγκινούσε, άλλοτε τον στεναχωρούσε μα πάντα τον ενέπνεε.

Τα τελευταία χρόνια οι βραδυνές του εξορμήσεις είχαν τη μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, με έναν περίεργο τρόπο. Από τότε που έφυγε από τη ζωή του η Αλίκη, όλος του ο κόσμος περιορίστηκε σε σκισμένα πρωτότυπα, αποτυχημένες συλλογές και ένα σπίτι που από την έπαυλη του «υπέροχου Gatsby» θύμιζε πλέον περισσότερο την οικία των Usher.

Ξεκινούσε λοιπόν με το αυτοκίνητο και προτού φύγει προς μέρη απόμερα, όπου η μόνη συντροφιά είναι το θρόισμα του ανέμου και τα καιρικά φαινόμενα, έκανε το γύρο της πόλης. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου του, κουβαλώντας το κελί της απομόνωσης σε μέρη που έσφιζαν από ζωή και ανθρώπινες σχέσεις, χάζευε το πλήθος. Ακανόνιστα, ίσως αδιάφορα. Όμως έπρεπε κάπως να θυμάται, πως πάνω απ’ όλα είναι άνθρωπος…

Εκείνο το βράδυ όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Στο κέντρο της πόλης δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε τα αδέσποτα έβλεπε κανείς. Σαστισμένος, αποφάσισε πως ήταν μάταιο να περιμένει περαιτέρω και τράβηξε για τον «Κάμπο».

Εκεί, στο μέρος που ποτέ του δε συνάντησε ψυχή, έστεκε ένας άνδρας, στην απέναντι άκρη του δρόμου, κάνοντας το γνωστό νεύμα του «Οτοστόπ».

Τα χαρακτηριστικά του δεν φαινόταν. Ο άνδρας αυτός φορούσε μπουφάν και είχε την κουκούλα αρκετά χαμηλωμένη προκειμένου να διακρίνει ο Κόμης το οτιδήποτε.

Όπως και να ‘χει,η όλη υπόθεση ήταν αρκετά έξω απ’ τα νερά και τη σφαίρα της λογικής. Το ένστικτο της φυγής κυρίευσε το μυαλό του και τον αγνόησε, συνεχίζοντας την πορεία του στο αχανές μαύροπράσινο τοπίο.

Ίσως όμως…Σταματάω.

Ο άνδρας κινήθηκε αργά προς τη θέση του συνοδηγού. Ένα νεύμα του «Κόμη» βρήκε ως απάντηση μία παρόμοια κίνηση από πλευράς του μυστήριου αυτού άνδρα. Κάποιον του θύμιζε…

Όμως δε θα μπορούσε να βασανίσει περισσότερο το μυαλό του. Ο άνδρας, παρότι το κλιματιστικό γέμιζε με ζεστό αέρα το εσωτερικό του αμαξιού, δεν έλεγε να βγάλει την κουκούλα. Προσπάθησε να τον επεξεργαστεί με τα μάτια, καθώς για τον «Κόμη» οι λέξεις υπήρχαν σε αφθονία ανάμεσα στα δάκτυλά του, αλλά ποτέ σχεδόν στα χείλη του. Το να ξεκινούσε μία ανούσια συζήτηση με κάποιον φανερά απρόθυμο για κάτι τέτοιο απορρίφθηκε σχεδόν από τη στιγμή που ανέβηκε ο τύπος στο κάθισμα του συνοδηγού. Όμως αυτό το πρόσωπο είχε κάτι το γνώριμο, κάτι οικείο μα συνάμα αποκρουστικό. Το μέρος του προσώπου που φαινόταν δεν του έλεγε και πολλά. Μήπως να είν-

Μια λακκούβα επανέφερε τον Κόμη από τις εικασίες του. Γούρλωσε τα μάτια του, βεβαιώθηκε πως όλα είναι καλά και το αμάξι δεν βγήκε εκτός πορείας και έριξε μια ερευνητική ματιά στο συνοδηγό του.

Καμία αντίδραση…

Δεν τον ρώτησε καν που πάει. Αν και στο αντίθετο ρεύμα, ο άνδρας πρόθυμα δέχτηκε την κίνηση του Κόμη. Που πήγαινε τέτοια ώρα; Γιατί δεν είχε μέσο μεταφοράς; Τι έκανε τέτοια ώρα μόνος του εκεί; Γιατί είναι τόσο σιωπηλός;

Το δεύτερο ταξίδι στις σκέψεις του ήρθε να διακόψει ένα ακόμη disturbing οπτικό ερέθισμα…

Κάτι είναι στη μέση του δρόμου…
Με αναγκάζει να σταματήσω…
Είναι μία γυναίκα χτυπημένη…

Σαστισμένος, κοκαλωμένος με τα χέρια να σφίγγουν το τιμόνι και το πόδι κολλημένο στο πάτωμα, βλέπει τη γυναίκα να πλησιάζει. Περνά στιγμιαία από το φως του αυτοκινήτου, ωστόσο τα μαλλιά της εμποδίζουν τα όποια χαρακτηριστικά να φανούν. Το αίμα στη λευκή της μπλούζα τραβάει κατευθείαν το μάτι.

Με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, ο Κόμης βρίσκει το σθένος να κατεβάσει το παράθυρό του. Η γυναίκα, σέρνοντας το τραυματισμένο κορμί της προς αυτόν. κάνει κίνηση να του μιλήσει.

Μόλις άνοιξα το παράθυρο, κάτι την τρόμαξε και έτρεξε πανικόβλητη…

Στα δεξιά του, ατάραχος και ασυγκίνητος, ο συνεπιβάτης δεν κουνήθηκε ίντσα. Η ανάσα του έμοιαζε σταθερή. Κανένα συναίσθημα, καμία κίνηση, τίποτε.

Το μυαλό του πήγε να σπάσει. Αφενός η γυναικεία ματωμένη φιγούρα του θύμιζε πολύ έντονα την εκλεκτή της καρδιάς του, που ωστόσο αποκλείεται να βρισκόταν εκεί, καθώς τούτο τον κόσμο άφησε πριν από χρόνια.

Ο τρόμος της όταν πλησίασε το αμάξι και η αλλόκοτη παρουσία του συνοδηγού. Αυτό είναι! Τρόμαξε βλέποντας το συνοδηγό!

Και τώρα, τι; Να φύγει από το αμάξι να την κυνηγήσει στο δάσος; Και τι θα γίνει μετά; Πως θα ξεφορτωθεί τον μάλλον επικίνδυνο συνεπιβάτη;

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. Ενστικτωδώς, κλείνει το πρόσωπό του στις παλάμες του και ξεφυσά.

Ανοίγοντας τα μάτια του, τα χέρια βρίσκονται στο τιμόνι και το αμάξι κινείται!

«Τι συνέβη; Πως;» αναρωτήθηκε. Σε δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε πως βρίσκεται καθ οδόν για το σημείο όπου βρέθηκε η Αλ-Η κοπέλα.

Πρέπει να τον κάνω να κατέβει πριν συναντήσω τη γυναίκα.[…] Λακκούβα.

Πηγή: unboxholics.com

Αυτό ήταν. Στη Λακκούβα. Έπρεπε να τον κάνει να κατέβει μετά τη λακκούβα.

Σταμάτησε το αμάξι για να δει τι συμβαίνει. Αφήνοντας τη μηχανή στο ρελαντί, κινήθηκε προς το πίσω μέρος.

«Ίσως εκεί να τον αναγκάσω να κατέβει να με βοηθήσει. Όσο είναι έξω, θα μπω γρήγορα στο αυτοκίνητο και θα φύγω» σκέφτηκε.

Γονάτισε, τάχα να ελέγξει την πίσω αριστερή ρόδα. Τα μάτια του όμως, παρέμειναν καρφωμένα στον περίεργο τύπο. Οι αισθήσεις στο κόκκινο, περιμένοντας την κίνηση που περιμένει προκειμένου να πετύχει το στόχο του.

Μάταια όμως…Ο Τύπος δεν κουνήθηκε καν…



Πήρε μια βαθιά ανάσα και ζύγισε τις κινήσεις του. Έπρεπε να δει τη γυναίκα ξανά. Έπρεπε να μάθει. Η ιδέα ότι έμοιαζε υπερβολικά την Αλίκη ήδη βούιζε στο μυαλό του, θολώνοντας τη λογική του.

«Από τη λακκούβα μέχρι την εμφάνισή της, μεσολάβησαν δευτερόλεπτα. Μετά βίας λεπτό. Αν τρέξω, θα φτάσω στο σημείο. Πρέπει να κινηθώ γρήγορα και με μυστικότητα όμως. Αν με δει δεν ξέρω πως θα αντιδράσει. Το σίγουρο είναι πως μετά απ’αυτό, το αμάξι δε θα είναι πια δικό του. Χαλάλι. Πρέπει να τη δω…»

Χρησιμοποιώντας το σκοτάδι ως ασπίδα, κύλισε ύπουλα προς την σχετικά υψηλή βλάστηση, την οποία διέκοπταν δέντρα ανά τακτά διαστήματα, από την αριστερή μεριά του δρόμου. Μόλις βεβαιώθηκε πως πλέον η κάλυψη της βλάστησης είναι αρκετή, όρμηξε προς το σημείο όπου είχε βρει την κοπέλα.

Ως λάτρης της καθιστικής και σωματικά αδρανούς ζωής του, πολύ γρήγορα δύο σουβλιές χτυπούσαν το κορμί του, ενώ τα πόδια του πήγαιναν ακανόνιστα, πέρα δώθε, σαν οι χιαστοί του να είχαν σπάσει. Ωστόσο, το ξέφωτο στο οποίο βρισκόταν η κοπέλα εμφανίστηκε στο οπτικό του πεδίο. Την έβλεπε καθαρά: Στη μέση του δρόμου, αιμόφυρτη, αβοήθητη, τρομαγμένη.

Τα μάτια του άρχισαν να θολώνουν καθώς πλησίαζε. Ήταν φανερό πως πλέον υπερέβαλλε εαυτόν για να της μιλήσει. Σε λίγο όμως έφτανε. Η πρασινάδα έδινε τη θέση της σιγά σιγά στο δρόμο.

Είχε ήδη πλησιάσει πολύ και επιβράδυνε για να μην την τρομάξει, όταν ο ήχος των ελαστικών που, λόγω ραγδαίας επιτάχυνσης, ούρλιαζαν στην άσφαλτο, ήχησε στα αυτιά του και του έκοψε την ανάσα. Γυρνώντας το κεφάλι του, το όχημά του, με τη θέση του οδηγού κενή και shotgun τον περίεργο, αμείλικτο τύπο, πήγαινε καρφί προς τη γυναίκα.

Έκανε να φωνάξει, μα φωνή δεν έβγαινε. Και πλέον, τα πόδια του ήταν πολύ βαριά για να τρέξει. Προσπάθησε, φώναξε, τέντωσε το χέρι προς την έντρομη γυναίκα, που βλέποντας το αμάξι να πλησιάζει με φόρα πάνω της, έβγαλε μια κραυγή που τσακίζει κόκαλα.

Το αμάξι βρισκόταν εκατοστά μακριά της. Δεύτερα πριν το μοιραίο, ενστικτωδώς κλείνει τα μάτια του, κι ένας απαίσιος ήχος τον κουφαίνει.

Τράνταγμα από τη λακκούβα. Ξανά. Αυτή τη φορά τα χέρια του είναι στο τιμόνι και από τον τρόμο του χάνει τον έλεγχο. Το αυτοκίνητο, σαν καράβι σε τρικυμία, πηγαίνει πέρα-δώθε, ο Κόμης παλεύει να μη χάσει τον έλεγχο, ωστόσο στο τέλος το χάνει και το αμάξι προσκρούει στα δένδρα.

Ζαλισμένος κοιτάζει γύρω του. Παντού θραύσματα και το αυτοκίνητο σμπαράλια. Η ζώνη τον έσωσε. Αφού η αρχική θολούρα φεύγει, γυρνάει στο συνόδηγό του, ο οποίος δε φάνηκε ποτέ να κάνει κίνηση για τη ζώνη.

Διαλυμένος σχεδόν, με δύο ορθάνοικτα μάτια να κοιτούν κατευθείαν στην ψυχή του Κόμη, κείτεται νεκρός δίπλα του ο τύπος. Έχει πέσει η κουκούλα και πλέον είναι φανερό το ποιος είναι. Στη θέα του, η ανάσα του Κόμη κόβεται.

Είναι αυτός. Είναι σα δυο σταγόνες βροχή, κι ας είναι η ενδυμασία και κάποια χαρακτηριστικά, όπως η πυκνότητα από το μούσι, κάπως διαφορετικές. Είναι ο ίδιος.

Τι σκατά συμβαίνει;

Πριν προλάβει να το ψιθυρίσει, ο νεκρός κουνά τα μάτια του. Καρφώνει τον Κόμη κατάματα. Αστραπιαία το σώμα του νεκρού τραντάζεται προς τα πίσω, το αριστερό του χέρι αρπάζει το κεφάλι του Κόμη.

Στο έντρομο βλέμμα του, ο αναστημένος εαυτός του του φωνάζει «ΛΆΘΟΣ», πριν του κοπανήσει το κεφάλι στο τιμόνι του αυτοκινήτου.

Σαν από εφιάλτη, ο Κόμης ξυπνά και βγάζει μια φωνή που ακούστηκε σε όλον το Νομό. Τσεκάρει παλμούς. Το στήθος του θα σπάσει.

Κοιτάζει γύρω του. Είναι στο κέντρο της πόλης. Και η πόλη σφύζει από ζωή. Παρά την κραυγή που έβγαλε, κανείς δεν του δίνει σημασία.

Σε μία στιγμή έντονης φρίκης και τρόμου, ο Κόμης σφίγγει το τιμόνι, πνίγει έναν λυγμό και ξεσπά σε ένα βουβό κλάμα.

«Τι συμβαίνει; Τι ζω;»

Το βουβό κλάμα έσβησε σε λίγες στιγμές. Συγκεντρωμένος πλέον, ο Κόμης αποφασίζει να συνεχίσει την τελετουργική του βραδινή εξόρμηση. Αυτή τη φορά όμως, δε θα σταματήσει για κανέναν…

Φτάνει στο σημείο που βρήκε τον τύπο. Και αυτός είναι εκεί. Και κάνει σινιάλο, αργά μα σίγουρα πως κάποιος θα τον φορτωθεί. Ρεύμα διαπέρασε τον Κόμη στη θέα του Τύπου, ωστόσο έπρεπε να τον αγνοήσει.

Ο δρόμος συνέχιζε, τεράστιος, σκοτεινός. Προς μεγάλη του φρίκη, ο Τύπος βρισκόταν σχεδόν 5 λεπτά αργότερα, σε άλλο σημείο!

«Παραλογίζεσαι. Συγκεντρώσου.» Είπε και έδωσε μια σφαλιάρα στον εαυτό του, προσπερνώντας τον τύπο ξανά. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ήταν πάλι εκεί. Και μετά ξανά, και ξανά και ξανά. Σκέφτηκε να αλλάξει διαδρομή, μα ο δρόμος ήταν σαν σε λούπα. Και ο τύπος ήταν όλο και πιο συχνά εκεί, στην άκρη του δρόμου. Μόλις τον έχανε από το πεδίο του, εμφανιζόταν μπροστά του.

Άρχισε πάλι να το χάνει. Το κοντέρ έγραφε όλο και περισσότερο, το βλέμμα του χάνονταν λες και βρισκόταν υπό την επήρεια επιληψίας, τα φώτα τον τύφλωναν, οι σκιές τον μπέρδευαν, χάος και πάλι.

Ώσπου πετάχτηκε μπροστά του. Και ο Κόμης άργησε πολύ να αντιδράσει. Είχε ήδη παρασύρει το κορμί του τύπου με το αμάξι του. Αφού το ακινητοποιεί, κατεβαίνει κάτω.

Ξαπλωμένος, ο έτερος εγώ του, τον κοιτάει και γελάει, συναντώντας με τα γαλήνια μάτια του τη φρίκη που για άλλη μια φορά έλουζε τον Κόμη. Ο Κόμης νιώθει πως η καρδιά του τον προδίδει σιγά σιγά. Γονατίζει και ασφυκτιά. Στη θολούρα την προθανατικής του εμπειρίας, ακούει τον Τύπο να του ψιθυρίζει «Θυμήσου» κι έπειτα να ουρλιάζει «ΦΟΝΙΑ!»

Βρίσκεται πάλι στο δρόμο. Είναι νύχτα. Έπρεπε να είναι νύχτα. Δίπλα του δεν υπάρχει κανείς. Ο δρόμος όμως, του είναι γνώριμος.

«Τον απέφυγα; Φονιάς; Δεν πέθανα; Ποιόν σκότωσα;»

Εισπνοή. Εκπνοή. Το τρεμάμενο χέρι του κάνει να ανοίξει το ράδιο.

Ήχος στατικού. Παράσιτα. Λογικό. Εδώ δεν πιάνει τίποτα. Σε λίγο θα περάσει τη λακκούβα. Σε λίγο θα φτάσει στο ξέφωτο. Θα την βρει αυτή τη φορά.

Ξάφνου, το στατικό ταράσσεται. Τα παράσιτα ακούγονται σαν διακεκομμένο δελτίο ειδήσεων. Όσο προχωρά, διακρίνει με δυσκολία κατιτίς από τη φωνή του παραγωγού.

…Ατύχημα…Προς το δάσος…Γυναίκα…Άγνωστος δράστης…Εγκατάλειψη…Δολοφονία…Δολοφόνος…Φονιάς…Φονιάς…Φονιά…Φονιά….Φονιά….

Προσπαθεί να το σταματήσει, να αλλάξει σταθμό. Μάταια. Το ράδιο λειτουργεί αυτόνομα. Το χτυπάει. Στην ατσούμπαλη προσπάθειά του, σπάει κάποια κουμπιά.

Γδούπος και ελαφρύ ταρακούνημα του αμαξιού. Γνώριμος γδούπος. Η λακκούβα. Μα αυτή τη φορά ήταν πιο ισχυρός. Κοιτάζει στον καθρέπτη του αμαξιού. Διακρίνει μια σιλουέτα στο δρόμο.

Σταματά το αμάξι έντρομος και τρέχει προς το θύμα. Το θύμα είναι γυναίκα. Φοράει μια λευκή μπλούζα, γεμάτη αίματα. Βαριανασαίνει. Τη γυρνάει για να δει το πρόσωπό της.

Είναι η Αλίκη.

«ΟΧΙ, ΟΧΙ! ΟΧΙ!» Φωνάζει καθώς μπρος στα μάτια του, η Αλίκη αφήνει την τελευταία της πνοή. Γαλήνια. Ήρεμα.

Κοιτάζει τα χέρια του, που πότισαν με το αίμα της Αλίκης. Κι ύστερα, βλέπει πως φοράει γάντια με κομμένα τα δάκτυλα, όπως του περίεργου τύπου.

Τα ρούχα του. Φοράει τα ρούχα του τύπου. Αγγίζει την κουκούλα και ύστερα το πρόσωπό του. Τα μούσια του είναι πιο αραιά απ’ όσο τώρα.

Κι ύστερα κοιτάζει ψηλά, στον ουρανό. Και δεν ήταν πλέον νύχτα. Ήταν μέρα, είχε συννεφιά μα φυσούσε δροσερός αέρας.

Και έπειτα, κοίταξε το δρόμο. Δε βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Πίσω του, υψώνονταν το μεγαλοπρεπές πατρικό του σπίτι. Βρισκόταν μόλις έξω από την αυλή του σπιτιού του…

«Κόμη; Κόμη; Είσαι εδώ; Αν με ακούς, ανοιγόκλεισε τα μάτια σου.» 

Τα δακρύβρεχτα μάτια του Κόμη άνοιξαν. Ένας γιατρός και κάποιοι άλλοι, νεότεροι σε ηλικία, βρισκόταν γύρω του.

«Θυμήθηκες;» ακούστηκε η φωνή του Γιατρού.

«Θυμάμαι. Θυμάμαι. Θυμάμαι…»

Ακολούθησε ένα βαθύ τελευταίο δάκρυ. Έπειτα, πήρε δυο βαθιές ανάσες και κοίταξε το γιατρό. Του έγνεψε καταφατικά.

Ο Γιατρός έκανε νεύμα στους ασκούμενους να αποχωρήσουν από την αίθουσα. Κοίταξε στα μάτια τον Κόμη και του έδωσε ένα φιλικό, συμπονετικό χτύπημα στον ώμο.

Προτού τον αποχαιρετήσει και αυτός, τον ρώτησε:

-Γιατί να θέλεις να φύγεις έτσι; Γιατί δεν έφυγες χωρίς αυτές τις αναμνήσεις; Τι κατάφερες;
– Το πρόσωπό της, Δόκτωρ. Θυμήθηκα το πρόσωπό της. Μόνο έτσι θα μπορούσα να το θυμηθώ. Πριν από αυτό, όλα είχαν σβήσει. Αυτό όμως όχι. Μέσα στη φρίκη του, είχε να δώσει κάτι όμορφο. Τη θυμήθηκα, γιατρέ. Τη θυμήθηκα!»

Ξέσπασε σε λυγμούς. Ακόμη και ο κυνικός δόκτωρ φάνηκε να αγγίζεται από αυτά τα λόγια. Ύστερα, έκανε να πιάσει το διακόπτη του μηχανήματος . Τον κοίταξε για τελευταία φορά, και στη συνέχεια έσβησε το διακόπτη.

Δευτερόλεπτα μετά, ο Κόμης σταμάτησε να αναπνέει. Τα μάτια του ήταν ακόμη βρεγμένα και το πρόσωπό του κάπως χαρούμενο και φωτισμένο.

Προτού αφήσει την τελευταία του πνοή, ψέλλισε:

Τα πάντα προτιμότερα απ’ τη λήθη, γιατρέ. Τα πάντα…

To κείμενο επιμελήθηκαν οι Prattler και Ι.Μ.

Πηγή : Unboxholics.com
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.