Λούπα (Μέρος Δεύτερο) || Του Prattler

(Το Πρώτο Μέρος της «Λούπας» μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας εδώ )

Πάνε πια μήνες έξι από τότε που την έχασε μέσα από τα χέρια του.

Εκείνη την ημέρα,όπου ξύπνησε στις 9.42 , έφτιαξε καφέ σχολιάζοντας το ποσό γρήγορα περνάει ο καιρός, σερβίροντας καφέ και κάνοντας τσιγάρα δύο.

Όλα ήταν ίδια,μα ταυτόχρονα τόσο διαφορετικά. Ήταν η ημέρα όπου θα της έκανε πρόταση γάμου. Είχαν περάσει χρόνια μαζί ως ζευγάρι. Συζούσαν μάλιστα. Είχαν κι έναν μικρό μούργο,το Loki, τον οποίον αγαπούσαν σαν παιδί.

Το προηγούμενο βράδυ πήρε ένα δαχτυλίδι που όμοιό του δεν υπήρχε. Μάζευε καιρό χρήματα,στερούνταν ακόμη και τα βασικά κατά τους δύσκολους μήνες για να το αγοράσει. Τα κατάφερε όμως. Επιτέλους,θα της έκανε πρόταση.

Το πρωί ξύπνησε όλο διάθεση. Έκανε καφέ και έκατσε απέναντι της. Ήθελε να της κάνει έκπληξη, να μην το περιμένει. Όμως δεν υπολόγισε κάτι : Την ανθρώπινη φύση.

Είδε απέναντί του ένα ομοίωμα της συντρόφου του. Ένα πλάσμα που είχε το ίδιο πρόσωπο,φορούσε τα ίδια ρούχα αλλά έλειπε κάτι πολύ βασικό. Έλειπε η ψυχή της. Είχε απέναντί του μια αγχωμένη,μίζερη και κουρασμένη εκδοχή της γυναίκας που του έμαθε τι εστί έρωτας.

Εκνευρίστηκε και,σαν σκηνοθέτης που για άλλη μια φορά δεν γυρίστηκε η σκηνή όπως την ήθελε, πήρε ανάποδες. Η απογοήτευση έδωσε τόπο στην οργή και η συζήτηση κατέληξε στο να αναποδογυρίζει ένα τραπέζι επάνω της.

Σωματικά,δεν έπαθε τίποτε. Ήταν , όπως ήταν φυσικό, σοκαρισμένη από την όλη έκβαση. Ποτέ του δεν είχε τέτοια ξεσπάσματα. Πάντα ήταν τελειομανής αλλά ποτέ μαζί της.

«Θέλω να φύγεις» της είπε, ακόμη λαχανιασμένος.

«Το ήξερα πως είσαι ανίκανος. Το έβλεπα. Για αυτό είμαι έτσι. Την πήρα την απόφασή μου. Θα φύγω,και θα το ρίξω. Μαλακισμένε!»

Του πήρε δευτερόλεπτα να καταλάβει τι είχε μόλις ειπωθεί. Κρίσιμα δευτερόλεπτα. Ζωής και θανάτου.

Έκανε ένα σπριντ και μεμιάς πετάχτηκε έξω από το σπίτι. Ευθύς αμέσως,πετάχτηκε από πίσω της και ο Ζώης.

Από τη σύγχυσή της, έτρεξε προς τον απέναντι δρόμο, μη δίνοντας σημασία στο περιβάλλον γύρω της. Μισό βήμα πίσω, ο Ζώης. Ήταν πιο γρήγορος . Ήταν σε απόσταση αναπνοής πλέον.

Άπλωσε το χέρι του να την πιάσει , να την αγκαλιάσει,να ζητήσει συγγνώμη και να εξηγήσει γιατί ξέσπασε.

Ένα όχημα,διερχόμενο με μεγάλη ταχύτητα,την παρέσυρε , ενώ χιλιοστά χώριζαν τον ώμο της από το χέρι του Ζώη. Είκοσι μέτρα παρακάτω,το σώμα της γυναίκας που αγάπησε όσο κανέναν άλλον, κείτονταν μέσα σε μια λίμνη αίματος.

~

Ξάφνου, η φωτογραφία δάκρυσε. Αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, σκούπισε τα δάκρυά του που έσταζαν και έκανε να σηκωθεί. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε το σώμα του.

Κόπηκε από τα σπασμένα γυαλιά. Κοίταξε το γεμάτο ράμματα χέρι του. Είχε κοπεί βαθιά. Κοιτώντας την πληγή να αιμορραγεί, γέλασε πικρόχολα, σκεφτόμενος πως ακόμη νιώθει πόνο.

«Πάλι λάθος. Πάλι. Δεν πειράζει, θα το επαναλάβουμε αύριο πάλι. Αυτή τη φορά, να είσαι ευτυχισμένη. Ξύπνα και γέλα. Ρίξε μου ένα από τα βλέμματα που ξέρεις ότι τρελένομαι να βλέπω και φίλα με. Πιες τον καφέ σου με ευχαρίστηση , ευχαρίστησέ με και κάνε ένα τσιγάρο μαζί μου. Συζήτα μαζί μου μαλακίες,να περάσει η ώρα. Κάπου στις 10,πριν φύγουμε για τη δουλειά,θα γονατίσω,τάχα γιατί μου έπεσαν τα κλειδιά ή θυμήθηκα πως τα κορδόνια μου δεν είναι σφιχτά. Θα βγάλω το δακτυλίδι από την τσέπη μου. Θα κλαις από χαρά,θα αγκαλιαστούμε. Θα πάρουμε ρεπό από τη δουλειά μας και θα κάνουμε έρωτα όλη μέρα. Ή και όχι. Δε με νοιάζει. Απλά αύριο,όταν κάτσω και σου πω πάλι τα περί δουλειάς μου, δείξε πως ενδιαφέρεσαι. Έστω αυτό,για αρχή. Θα τα κάνω όλα σωστά. Εντάξει αγάπη μου; Θα τα κάνω όλα σωστά. Θα τα κάνω όλα σωστά. Θα τα κάνω όλα σωστά…».

Φίλησε τη φωτογραφία και την τοποθέτησε σε μια κορνίζα. Πήρε τη σκούπα, καθάρισε τα θραύσματα από το αναποδογυρισμένο τραπέζι και το έβαλε στη θέση του. Το έστρωσε και σε λιγότερο από μισή ώρα,ο χώρος έμοιαζε καινούργιος.

Έφυγε από το σπίτι. Πήγε κανονικά στη δουλειά του, έπειτα στο στέκι του όπου ήπιε μέχρι να μην μπορεί να περπατήσει και γύρισε τρεκλίζοντας σπίτι του.

Έβγαλε τα ρούχα του και έπεσε στο κρεβάτι. Με τον πονοκέφαλο να θέλει να σπάσει το κεφάλι του, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο. Εκεί,έγραψε τα εξής:

Ημέρα 186. Λήψη 186. Θα πρέπει να γυρίσω ξανά αυτή τη σκηνή. Όλα πήγαν λάθος , πάλι. Πολύ φοβάμαι,πως δε θα την πετύχω τη συγκεκριμένη σκηνή.

Περισσότερο φοβάμαι όμως,πως ακόμη κι αν το ξέρω πως δεν θα την πετύχω, πρέπει να προσπαθήσω πάλι. Ξανά και ξανά. Γνωρίζοντας πως θα αποτύχω.

Όσες σκηνές κι αν γύρισα επιτυχώς,η συγκεκριμένη αποτυχία με στοιχειώνει. Δε μπορώ να συνεχίσω αν δεν την ολοκληρώσω. Επειδή δεν θα την ολοκληρώσω ποτέ,θα προσπαθήσω και πάλι αύριο.

Πλέον δεν ξέρω καν αν προσπαθώ για να πετύχω τη λήψη ή απλά για να επαναλάβω την αποτυχία. Ξέρω όμως ότι δεν μπορώ να μη προσπαθήσω. Πονάει η αποτυχία, μα η λήθη πονάει περισσότερο. »

Έκλεισε τα μάτια του. Την επόμενη ημέρα,στις 9.42, δεν ήταν ο κυρ Χρήστος που τον ξύπνησε,μα το ξυπνητήρι. Το ένστικτο. Οτιδήποτε.

Έβαλε στο μπρίκι ελληνικό και άναψε ένα τσιγάρο.

Κοίταξε αδιάφορα το κινητό του. «Α,πήγε ήδη 27; Τρέχει ο καιρός».

Σέρβιρε τον καφέ του και κάθισε στο τραπέζι. Άναψε το δεύτερο τσιγάρο,και άρχισε να της μιλάει…

Σημείωση: H Φωτογραφία Εξωφύλλου και των δυο ποστ που αφορούν τη «Λούπα» είναι έργο του M.C. Escher. Περισσότερα για το έργο του μπορείτε να διαβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο : https://www.baystatebanner.com/2018/05/09/works-of-m-c-escher-on-display-at-mfa-boston/

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.