Ψευδαίσθηση || του Rasayana ||

Posted by

Η μητέρα το σπίτι μας, το διατηρούσε πάντα καθαρό. Συχνά μας έλεγε πως η ακαταστασία κρύβει τα μυστικά, που οι άνθρωποι, δεν είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε. Και εγώ με το Λευτέρη την ακούγαμε να μιλάει και όλος ο κόσμος μέσα μας ξαφνικά άλλαζε και επιχειρούσε να χορέψει στα μονοπάτια που χάραζε η φωνή της.

Πατέρα δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε, πέθανε τρεις μήνες πριν γεννηθούμε, από κάποια αρρώστια που δε συναντάται σήμερα. Έτσι μας είπαν τουλάχιστον, όταν είχαμε φτάσει σε μία ηλικία που μπορούσαμε να καταλάβουμε κάποια βασικά πράγματα. Εγώ ακόμη το πιστεύω ότι μπορεί απλά να έφυγε από το σπίτι για να αποφύγει τις ευθύνες.

Δεν μπόρεσα να το αποδείξω αλλά είχα ακούσει μία συζήτηση της μάνας και του Λευτέρη πριν τριάντα χρόνια. Και η μάνα μιλούσε για αυτόν και έλεγε » ο πατέρας σας είναι καλός άνθρωπος». Και εγώ είχα μάθει ότι για τους πεθαμένους μιλάμε σε χρόνους παρελθοντικούς. Όμως, δεν την κατηγόρησα γιατί ίσως ακόμη να τον σκεφτόταν και να νόμιζε ότι θα άνοιγε η πόρτα και θα έμπαινε εκείνος με την ανθοδέσμη στο χέρι και θα τη φυλάκιζε στην αγκαλιά του. Δεν είχα τη δύναμη να τεμαχίσω τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις της. Θα ήταν σα να τεμαχίζω την ίδια.

~~~~~~

Η μητέρα μας συνήθιζε να τραγουδάει, το πρωί καθώς ετοίμαζε το πρωινό, και το βράδυ, πριν κοιμηθούμε, γιατί πίστευε πως η τέχνη είναι το καταφύγιο απέναντι στο σκοτάδι που επιλέξαμε να διακοσμεί τους τοίχους των δωματίων. Όμως από τη στιγμή που κατάλαβε ότι τα τραγούδια της αναφέρονταν μόνο στον πατέρα, σταμάτησε να τα μοιράζεται με εμάς. Και το ζήτημα αυτό απέκτησε ξαφνικά σημασία, όχι μόνο γιατί δεν τραγούδησε ξανά, διότι έπαψε επίσης να μιλάει.

Δε βρέθηκε ποτέ κάποιος γιατρός για να τη βοηθήσει γιατί όλοι ισχυρίζονταν πως ,για την ανθρώπινη δυστυχία, η επιστήμη αδυνατεί να προτείνει κάποιο φάρμακο, πέρα από μία βόλτα, το σούρουπο, στην προκυμαία. Γιατί μονάχα εκεί μπορούσε ο πόνος να γιατρευτεί, την ώρα που ο ουρανός γέμιζε με χρώματα και καθάριζε τις σκονισμένες ψυχές των ανθρώπων.

Στο σπίτι η μητέρα , είχε αρχίσει να σέρνει τα πόδια της στο πάτωμα και να προσπαθεί να μεταδώσει τη σιωπή της στους τοίχους και τα δωμάτια. Και όμως, εκείνα, δεν είχαν ανάγκη τις όποιες προσπάθειες κατέβαλλε. Γιατί ήταν από μόνα τους βουβά, στρυφνά και αδιάφορα. Σε εκείνο το μαυσωλείο που ξόδευα άσκοπα τις ημέρες, κλειδωνόμουν στο δωμάτιο και ζωγράφιζα. Και ζωγράφιζα ωραία. Ήμουν σίγουρος για αυτό. Γιατί από μικρός είχα μάθει ότι η δυστυχία είναι υπέυθυνη για τα αριστουργήματα που μας προσφέρουν απλόχερα οι καλλιτέχνες.

Ζωγράφιζα πορτραίτα, τα οποία παρίσταναν ανθρώπους που πίστευα ότι δεν υπήρξαν ποτέ, όπως ο πατέρας μου. Ζωγράφιζα μόνο εκείνον, προσπαθώντας να γεννήσω στο μυαλό μου την εικόνα του. Στο σπίτι δεν είχαμε ούτε μία φωτογραφία του. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο που συνέβαινε αυτό.

Η μάνα, πριν σταματήσει να μιλάει, έλεγε ότι στις φωτογραφίες παγιδεύεται η ευτυχία και δε βρίσκει το δρόμο για να έρθει κοντά μας. Για αυτό δεν ήθελε να έχει καμία κορνίζα μέσα στο σπίτι. Όμως το παράδοξο ήταν ότι η ίδια ποτέ δεν ευτύχησε. Αυτό αποδείχθηκε άλλωστε και από την αυτοκτονία της. Δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω αν αυτοκτόνησε επειδή μέναμε στο υπόγειο του κτηρίου και υπήρχε συνεχώς η μυρωδιά των υπονόμων. Δεν πρόλαβα να γεμίσω το σπίτι με κορνίζες για να καταλάβει ότι έκανε λάθος.

~~~~~~

Σταμάτησα να ζωγραφίζω γιατί δεν είχα κανένα στοιχείο για εκείνον. Δεν μπορούσα να αποτυπώσω την αγάπη μου με χρώματα. Γιατί η φαντάσια μου με πρόδιδε και κατέληγα πάντα να ζωγραφίζω εμένα ή το Λευτέρη. Θεωρούσα πως ήταν λογικό να του μοιάζουμε και δεν κατάφερα ποτέ να ξεφύγω από τα πρόσωπα μας.

Υπήρξαν στιγμές έμπνευσης που τα πορτραίτα ήταν έτοιμα να ξεφύγουν από το ίδιο, σκάρτο αποτέλεσμα και τότε τα έσκιζα γρήγορα και έβγαζα έναν άλλον, ολόλευκο καμβά για να ξεκινήσω τη δουλειά μου από την αρχή. Γιατί πάντα πίστευα ότι αν πετύχω, έστω και τυχαία, το τέλειο πορτραίτο του πατέρα, εκείνος θα ζωντάνευε μέσα από το χάρτί και θα εμφανιζόταν δίπλα μου, να κάθεται στην πολυθρόνα που η μάνα πάντα έλεγε πως ήταν η αγαπημένη του.

~~~~~~

Ο Λευτέρης εγκατέλειψε το σπίτι, όταν έγινε δεκαφτά. Ήταν πάντα αδύναμος χαρακτήρας , όμως από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, δεν κατάφερε ποτέ να ελέγξει τον εαυτό του. Ο χαμός της μητέρας, σε άρρηκτο συνδυασμό με την οδύνη του μυαλού του, αποτελείωσαν μια για πάντα τον αδερφό μου. Χάθηκε μέσα στις πρέζες και στα χάπια και αποφάσισε να ζήσει στο δρόμο, γιατί μόνο εκεί μπορούσε να δικαιολογήσει το ρόλο του φαντάσματος, που περιφερόταν άδοξα στο σπίτι.

Λίγο πριν φύγει, διαμαρτυρόταν συνεχώς ότι δε μπορούσε να ονειρευτεί. Και το θεωρούσε παράλογο διότι ήλπιζε βαθιά ότι, ένα από όλα αυτά τα βράδια , θα εμφανιζόταν ο πατέρας στον ύπνο του και με τη γλυκιά φωνή του, θα δημιουργούσε στο Λευτέρη την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα συναντηθούμε όλοι μαζί και θα ζήσουμε φυσιολογικά, όπως όλες οι υπόλοιπες οικογένειες.

Όμως εκείνος ήταν καταδικασμένος, ακόμα και στον ύπνο του, να ψηλαφίζει επιδέξια την κενότητα που γέμιζε τις ημέρες μας. Στοίχισε τόσο πολύ στην ψυχολογία του αυτό το γεγονός που κατέληξε να πιστεύει ότι δεν είχε γεννηθεί ποτέ. Γιατί του έλειπαν πρόσωπα και καταστάσεις που ήξερε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει, ούτε καν με τη σκέψη του. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ήττα για τον αδερφό μου διότι πίστευε ότι οι άνθρωποι ονειρεύονται πάντα κάτι που τους λείπει, κάτι που τους καθιστά ανάπηρους και δυσλειτουργικούς, όταν δε βρίσκονται στο όνειρο. Κάτι που δε συνέβαινε σε αυτόν. Κάτι που ενισχύθηκε, όταν διάβασε και το μοιραίο σημείωμα της μητέρας μας.

Ήταν σίγουρος πως δεν υπήρξε ποτέ, γιατί, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν δυνατόν να μην υπήρξε ο πατέρας μας, να μην είχαμε μυρίσει την ανάσα του ούτε για ένα δευτερόλεπτο και εμείς να είχαμε αποκτήσει κάποια υπόσταση ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους γύρω μας, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά από το σκοτάδι που η οικογένεια μου λάτρευε, σαν κάτι αναγκαίο.

Εγώ, από την πλευρά μου, ήμουν σε θέση να καταλάβω μερικώς τον αδερφό μου γιατί στα όνειρα μου κατόρθωσα πολλές φορές να ακούσω τη φωνή του πατέρα μας, όχι όμως και να αντικρίσω το πρόσωπο του. Και η φωνή του, που ήταν θολή και ακαθόριστη, προσπαθούσε να με συμβουλέψει για πράγματα που δεν γνώρισα ποτέ μου. Για πράγματα που δεν είχα καμία επιθυμία να γνωρίσω.

Από τη μέρα που έφυγε από το σπίτι, θα τύχαινε να μιλήσουμε με το Λευτέρη μία φορά μονάχα, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν και μου τηλεφώνησε από την πλατεία του Αγίου Μάρκου.

~~~~~

Η αυτοκτονία της μητέρας, μου στοίχισε πολύ, διότι, έπρεπε να διατηρώ το σπίτι καθαρό ολομόναχος, σε μία ηλικία που τα περισσότερα παιδιά καπνίζουν τα πρώτα τους τσιγάρα και ανακαλύπτουν το σώμα τους με τη βοήθεια επιλαχόντων εραστών. Συνειδητοποίησα τότε ότι αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος που οδήγησε τον αδερφό μου στην ολική καταστροφή γιατί, όσο ζούσε στο σπίτι, δεν έδινε ποτέ σημασία στη σχολαστικότητα, με την οποία η μητέρα αντιμετώπιζε κάθε ασήμαντο αντικείμενο που βρισκόταν σε ένα από τα τέσσερα δωμάτια του

Προσπάθησε πολύ, οφείλω να το ομολογήσω αυτό αλλά δεν κατάφερε ποτέ να καθαρίσει σωστά τα τζάμια, ούτε να πλύνει τις κουρτίνες με τον τρόπο που εγώ είχα μάθει, παρατηρώντας προσεκτικά τη μητέρα κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο όλα αυτά τα χρόνια που εκείνη κρατούσε ξεσκονόπανα για να έχουν τα χέρια της κάποια συντροφιά.

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το πρωί της Τετάρτης που ξύπνησα πρώτος από το Λευτέρη και τη μάνα μας για να ετοιμάσω πρωινό για τρεις. Και δε θα το ξεχάσω ποτέ γιατί εκείνη δε σηκώθηκε ποτέ από το κρεβάτι για να έρθει στην κουζίνα. Ο Λευτέρης είχε έρθει περίπου δεκαπέντε λεπτά μετά από εμένα και πεινούσε πολύ γιατί δεν είχε βάλει κάτι στο στόμα του τις δυό προηγούμενες ημέρες.

Είχε περάσει άλλη μισή ώρα και η μητέρα, που δε μας είχε συνηθίσει να ξυπνάει μετά τις εφτά, βρισκόταν ακόμη στο δωμάτιο της. Και εγώ πήγα να την ξυπνήσω για να έρθει να απολαύσουμε όλοι μαζί το πρωινό μας και τότε ήταν η στιγμή που έζησα την απόλυτη φρίκη. Γιατί εκείνη, που δεν μπορούσε να μιλήσει εδώ και ένα χρόνο, είχε πετάξει στο πάτωμα σημειώματα με τα οποία μας ενημέρωνε ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.

~~~~~~~~

Έτσι επικοινωνούσαμε τους τελευταίους δώδεκα μήνες με εκείνη, πριν αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή της. Για οτιδήποτε ήθελε να μας ενημερώσει, μας έγραφε σημειώματα. Μας έγραφε καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα και καμιά φορά μας έγραφε ότι μας αγαπάει. Και εμείς απαντούσαμε με μία φωνή και της λέγαμε ότι και εμείς την αγαπάμε και εκείνη δάκρυζε και μετά έγραφε πάλι και μας ενημέρωνε ότι δε θα αντέξει για πολύ ακόμη γιατί ένιωθε κάτι περίεργους πόνους σε όλο της το σώμα. Δεν είχα φανταστεί ότι θα παραιτούνταν τόσο νωρίς και ότι εκείνη η μέρα θα ήταν η μοιραία. Διότι εκείνο το πρωί, τα σημειώματα που βρήκα πεταμένα στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας της, ήταν το προμήνυμα της αυτοκτονίας της.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι βέβαια, τόσα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ ότι δεν έκανα τίποτα άλλο εκείνη την ώρα, πέρα από το να σεβαστώ την επιθυμία της και να μην την ξαναενοχλήσω ποτέ. Γιατί έγραφε σε εκείνα τα χαρτιά ότι δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια και τα χέρια της, ότι πια δε θα μπορούσε να σηκώνεται νωρίς το πρωί για να καθαρίσει το σπίτι, ότι δεν είχε επομένως λόγο να ταλαιπωρείται έτσι στην καθημερινότητα της και ότι η καλύτερη λύση για όλους μας ήταν να την αφήσουμε να αναπαυθεί για πάντα στο αγαπημένο της κρεβάτι.

Έτσι την άφησα μέσα στο δωμάτιο της, να παλέψει με την επιθυμία που τριβέλιζε το μυαλό της και αφού κλείδωσα δύο φορές την πόρτα της, επέστρεψα στην κουζίνα για να γευματίσω με το Λευτέρη. Του ανακοίνωσα τα γεγονότα, εκείνος γέλασε αμήχανα και μου είπε να του φέρω λίγο γάλα από το ψυγείο.

Όταν όμως κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί, αφού μπήκε στο δωμάτιο της δύο ώρες μετά, ξέσπασε σε λυγμούς. Και αυτό συνέβη γιατί στο τελευταίο σημείωμα που μας άφησε η μητέρα, εξηγούσε ότι το κάνει αυτό γιατί ο αδερφός μου δεν ασχολήθηκε ποτέ με την καθαριότητα του σπιτιού μας και ότι αυτό αποτελούσε για εκείνην αμαρτία και απόκρυφο παράπονο.

Ήταν η τελευταία μέρα που ο Λευτέρης βρέθηκε σε εκείνο το σπίτι, διότι από τότε εξαφανίστηκε και δεν τον αντίκρισα ξανά, παρά μονάχα τη μέρα που θα με έπαιρνε τηλέφωνο όπως προανέφερα, κάποια χρόνια αργότερα για να μου αποκαλύψει ότι είχε βρει, τι πρέπει να συμβεί, για να νιώσουμε επιτέλους και εμείς ευτυχισμένοι.

~~~~~~

Έζησα για πολλά χρόνια μέσα στο σπίτι, έπειτα από αυτήν την εξέλιξη, όμως μπορώ να σας πω με σιγουριά ότι δεν ένιωσα ποτέ μου τη μοναξιά που φοβόμουν ότι θα κυβερνήσει στο μυαλό μου, γιατί όταν αντιμετώπιζα κάποιο πρόβλημα ή όταν είχα κάποια δυσκολία σχετικά με την καθαριότητα του σπιτιού, έμπαινα στο δωμάτιο της μητέρας για να με συμβουλέψει. Εκενυριζόμουν γιατί πάντα ξεχνούσα ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, όπως επίσης και για το γεγονός ότι πια δεν έγραφε εκείνα τα υπέροχα σημειώματα που δεν περιείχαν τίποτα το αξιοπρόσεκτο, από άποψη γραφής, όμως ήταν τα δικά της σημειώματα και ήταν αυτά που μου έδιναν την ώθηση να συνεχίσω.

Τότε άρχισαν τα πέτρινα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων, τα βράδια προσπαθούσα να μιμηθώ το γραφικό της χαρακτήρα, έμπαινα στο δωμάτιο της, σκορπούσα τα χαρτια στο πάτωμα και το επόμενο πρωί ξαναέμπαινα, για να τα διαβάσω. Και το σημαντικό ήταν ότι μπορούσα να συνεχίσω να αναπνέω, διότι, εκτός από τα απλά σημειώματα με τα οποία με καλημέριζε και μου έγραφε ότι με αγαπάει, έβρισκα πάντα και κάποιο πιο σύνθετο, με το οποίο μου έδινε κάποια συμβουλή.

Χαρακτηριστικά θυμάμαι ακόμη ένα χαρτί στο οποίο είχε γράψει να μην προδώσω ποτέ τον εαυτό μου και τις πεποιθήσεις μου για χάρη κάποιου άλλου ανθρώπου αλλά να το κάνω μονάχα τις στιγμές που το σπίτι δε θα ήταν τακτοποιημένο στην εντέλεια. Γιατί αυτή ήταν η ανώτερη και η μοναδική αρετή που γνώρισα ποτέ στη ζωή μου και αυτήν έπρεπε να υπηρετώ πιστά, μέχρι το θάνατο μου.

~~~~~~

Εικοσιτέσσερα χρόνια μετά, χτύπησε για πρώτη φορά το τηλέφωνο του σπιτιού. Και εγώ θυμάμαι ότι τρόμαξα γιατί δεν είχα ξανακούσει εκείνον τον ήχο και ταυτόχρονα θορυβήθηκα γιατί θεώρησα πως αυτό συνέβαινε επειδή δεν το είχα καθαρίσει επαρκώς την προηγούμενη ημέρα, μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα του σαλονιού. Ευτυχώς με ενημέρωσε η μητέρα ότι αυτό που πρέπει να κάνω, είναι να σηκώσω το ακουστικό και να μιλήσω σε αυτόν που θέλησε να μας καλέσει.

Εκείνη η φωνή, που ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής, δε μου θύμιζε τίποτα και μόνο όταν μου αποκάλυψε ότι ήταν ο Λευτέρης, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα έναν αδερφό που ζούσε μαζί μας σε αυτό το σπίτι και ότι μας εγκατέλειψε γιατί ήταν αρκετά άτακτος και ατημέλητος, ώστε να κερδίσει επάξια τη θέση του ανάμεσά μας.

Μου είπε ότι βρισκόταν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και ότι ήθελε να πάω να τον συναντήσω κάτω από τη γέφυρα που βρισκόταν διακόσια μέτρα ανατολικά της πλατείας, στο μέρος που είχε καταλήξει να κοιμάται όλον αυτόν τον καιρό. Διατεινόταν ότι είχε ανακαλύψει κάτι πολύ σημαντικό και ότι είχε βρει το μυστικό της ευτυχίας μας, το οποίο κρυβόταν σε δύο μαχαίρια που μου ζήτησε να πάρω μαζί μου, πριν φύγω από το σπίτι.

Και εγώ χάρηκα πολύ, επειδή θυμήθηκα ότι έχω έναν αδερφό και ήταν ακόμα ζωντανός και αφού πήρα την άδεια της μητέρας μας, έτρεξα αμέσως να τον βρω. Γιατί υπήρχε βαθιά ριζωμένη μέσα μου η συγκεκριμένη γνώση: ότι κανένας άνθρωπος δεν πεθαίνει, αν δε ζήσει έστω και κάποια δευτερόλεπτα σαν ευτυχισμένος. Ότι είναι αδύνατο να επιστρέψουμε στη γη, από την οποία ήρθαμε, δίχως να έχει σχηματιστεί έστω και μιόσωπο μας ένα ευθυτενές και αδικαιολόγητο χαμόγελο.

~~~~~~

Με περίμενε εκεί ακριβώς που μου είπε και όταν έφτασα αντίκρισα έναν άνθρωπο εξαθλιωμένο, γύρω στα τριανταπέντε κιλά και όμως, για κάποιον περίεργο λόγο, έλαμπε ολόκληρος, σαν έναστρο καράβι που ξεκινάει για να χαθεί στο πέλαγος, εκτελώντας το συνηθισμένο νυχτερινό του δρομολόγιο.

«Τον είδα. Είναι αλήθεια. Τον είδα. Τον ονειρεύτηκα πριν λίγο. Είδα τον πατέρα μας στον ύπνο μου». Αυτό μου είπε μόλις με είδε.

Ήταν περήφανος γιατί κατόρθωσε για πρώτη φορά στη ζωή του να μιλήσει στον πατέρα μας. Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ με το Λευτέρη που τον πήρα κατευθείαν μια τεράστια αγκαλιά που διήρκεσε γύρω στα δεκατέσσερα λεπτά.

Και τότε συνέχισε να μου μιλάει.

» Τον είδα και μίλησα μαζί του. Και μου είπε ότι βρίσκεται σε ένα όμορφο μέρος και ότι είναι εκεί και η μητέρα μας. Και ότι μας περιμένουν να πάμε να τους βρούμε για να ζήσουμε όλοι μαζί. Για να γίνουμε και εμείς μία κανονική οικογένεια. Δεν πρέπει να χάσουμε άλλο χρόνο. Θα μαχαιρώσουμε ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον και σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρισκόμαστε στην αγκαλιά τους».

Το πρόσωπο μου έλαμψε. Ένιωσα κάτι τόσο ιδιαίτερο να διαπερνάει το κορμί μου, όπως ήταν εκείνη η αίσθηση που είχα κάθε φορά, όταν είχα ολοκληρώσει τις δουλειές του σπιτιού και η μητέρα με επιβράβευε για την προσπάθεια μου.

Μετρήσαμε ως το δεκατέσσερα και έπειτα μπήξαμε βάθια, ο ένας στο κορμί του άλλου, τα μαχαίρια που κρατούσαμε στα χέρια μας.

Και τότε, ενώ έβλεπα αιμόφυρτο τον αδερφό μου δίπλα μου ,να αφήνει την τελευταία του πνοή, κάτω από τη γέφυρα, έβγαλα από τα σωθικά μου την κραυγή του πιο ευτυχισμένου ανθρώπου που περπάτησε ποτέ σε αυτά εδώ τα μέρη.

Και αυτό συνέβη, εκείνη τη στιγμή, γιατί πέρασε όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια μου, διανέμοντας μου ένα δέμα που περιείχε ατσαλάκωτη και ολοκαίνουρια την πρόστυχη και σκονισμένη ελευθερία μου.

Γιατί τότε είδα και εγώ για πρώτη φορά την όψη του πατέρα μου, που κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του τη μητέρα και της τραγουδούσε το πιο υπέροχο τραγούδι που έχει ακουστεί ποτέ σε ολάκερο τον κόσμο. Και εκείνη δεν εγράφε πια σημειώματα, μόνο γελούσε και στο μάγουλο της κυλούσαν δάκρυα , ενώ οι φλέβες στο λαιμό της χόρευαν ασταμάτητα, συνοδεύοντας τις νότες που ξεπηδούσαν από το στόμα του.

Τότε ξαφνικά ξύπνησα και κατάλαβα ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα.
Και μόνο τότε κατάλαβα ότι τίποτα δε θα άλλαζε ποτέ.

Γιατί για άλλη μία μέρα, ήταν αναγκαίο να διασχίσω εκείνο το θλιβερό έλος , που παραμόνευε έξω από την πόρτα του σπιτιού μου.

Γιατί ακόμη και ο παράδεισος είναι ένα ψέμα.
Γιατί είναι το μέρος, για το οποίο δεν έγραψε κανένας ούτε μία λέξη.

Γιατί δεν έχει λουλούδια, σεξ και σοκολάτες.
Γιατί είναι το παραμύθι που κοιμίζει τους ανθρώπους.

Γιατί εκεί ανακαλύπτεις ορδές από άρρωστες και ανικανοποίητες ψυχές, που γράφουν σημειώματα, μιας και ξέχασαν μέσα σε μία νύχτα, πόσο όμορφη είναι η μελωδία της φωνής τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s