Φωνές || του Rasayana ||

Posted by

Σήμερα είμαι πολύ ευτυχισμένος. Είναι η ημέρα των γενεθλίων μου. Η μητέρα είχε πει ότι θα μου κάνει μία πολύ μεγάλη έκπληξη. Το πιστεύω ότι θα φανεί πάλι να κάθεται στο μπαλκόνι, εκεί στην αγαπημένη της θέση και να πλέκει. Αν δε φανεί, θα σημαίνει ότι για ακόμη μία φορά μου είπε ψέματα. Αλήθεια, πόσες φορές μπορείς να πεις ψέματα σε έναν άνθρωπο; Πόσες φορές μπορείς να πεις ψέματα στον εαυτό σου; Φαντάζομαι πως η απάντηση είναι πολλές.

Θυμάμαι ακόμη τα ψέματα της. Θυμάμαι όταν βρήκαν το Στέλιο χυμένο στο πεζοδρόμιο, να κολυμπάει στο αίμα του. Θυμάμαι τα δυο γαμημένα χέρια του, να έχουνε γίνει σουρωτήρια από τις πρέζες. Θυμάμαι που μου είπαν ότι έγινε κατά λάθος. Ότι τον έφαγαν οι δικοί του, για δικούς τους, προσωπικούς λόγους. Ποτέ μου δεν το πίστεψα. Τον έφαγαν γιατί είχε τα αρχίδια να παραδεχθεί πως πεθαίνει. Πως αργά και ήσυχα, με τη δική του ατέρμονη γαλήνη εξατμίζεται και γίνεται σύννεφο. Αυτό μου έλεγε πάντα. Πως μια μέρα θα είναι το σύννεφο που θα βρίσκεται κάθε μέρα από πάνω μου. Για να με προσέχει, να με παρατηρεί. Αυτά έλεγε τότε.

~~~~~~~

Ξέχασα όμως να μιλήσω για τα γενέθλια μου. Σήμερα τα γιορτάζω. Γίνομαι…. Δεν ξέρω πόσο γίνομαι. Δεν πειράζει. Σημασία έχει ότι βρίσκομαι εδώ και γράφω. Ακόμη και σήμερα προσπάθησαν να δηλητηριάσουν το γέλιο μου. Πήρε τηλέφωνο, πρωί πρωί, ο διευθυντής της τράπεζας. Λες κι η ζωή του είναι τόσο άδεια που μ’ ονειρεύτηκε λίγες ώρες πριν. Μου είπε πως λήγει η προθεσμία για το δάνειο. Πως πρέπει επιτέλους να πληρώσω. Να δώσω κάποια χρήματα τουλάχιστον, για αρχή. Σκέφτηκα ότι δεν είναι πρέπον να ενοχλείς κάποιον την ημέρα των γενεθλίων του. Όχι για τόσο ασήμαντους λόγος τέλος πάντων. Εκείνος συνέχισε, το ύφος του άλλαξε, έγινε λιγότερο πράο. Αν ήταν δίπλα μου, πιστεύω θα ΄θελε να μου σπάσει τα μούτρα. Το ίδιο θα ΄θελα και εγώ βέβαια, οπότε ευτυχώς βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής. Λιγότερο αίμα, λιγότερες φωνές.

~~~~~~~~

Αυτές οι φωνές δε σταματάνε ποτέ. Δε σέβονται τίποτα πια. Δε σέβονται ούτε ότι αυτή είναι η μέρα που γεννήθηκα. Είναι σαν αυτούς τους καταθλιπτικούς εργασιομανείς που περιφέρονται αστάματητα στην πόλη και στα προάστια. Αυτούς που ξέχασαν για ποιο λόγο υπάρχουν και διαβάζουν τις αγγελίες για να γεμίσουν την ώρα τους. Αυτό κάνουν κι οι φωνές. Δε θυμούνται γιατί ξεκίνησαν να μιλάνε, όμως δεν παύουν να το κάνουν. Αρνούνται πεισματικά. Ίσως να το κάνουν βέβαια γιατί οι φωνές αυτό κάνουν έτσι και αλλιώς. Γεμίζουν τ’ αυτιά των ανθρώπων μ’ έρωτα, φόβο, γέλιο και ντροπή. Τουλάχιστον δεν αποτελώ την εξαίρεση του κανόνα και έρχονται να μου μιλήσουν. Ίσως να ήμουν πιο δυστυχισμένος αν δεν τις άκουγα. Το αίσθημα του παραγκωνισμού είναι από τα χειρότερα. Δε θέλω να το ζήσω πάλι. Όχι αυτό το αίσθημα. Όχι αυτό το αίσθημα.

~~~~~~~~

Όταν ήμουν μικρός, η μέρα αυτή ήταν ο λόγος που ζούσα. Πώς να ξεχάσω όλα εκείνα τα δώρα που ανάγκαζαν τα χείλη μου να γελάσουν; Να γελάσουν.. Δε θυμάμαι ποια ήταν η τελευταία μέρα που γέλασα. Θα έπρεπε να το σημειώνω σε κάποιο τετράδιο κανονικά. Όταν γελάω, να το σημειώνω για να το βλέπω. Για να θυμάμαι ότι γέλασα. Για να θυμάμαι ότι το σημείωσα σε εκείνο το τετράδιο.

Στην πλατεία δε γελάνε. Προσποιούνται. Κι όταν γελάνε, γελάνε αμήχανα, ράθυμα, σα να τους σημαδεύει κάποιο όπλο. Για αυτόν το λόγο αποφεύγω την πλατεία και αυτούς που σκορπούν τη θλίψη στα παγκάκια της. Έχω τα δικά μου προβλήματα. Δε χρειάζομαι τα δικά τους. Εγώ άλλωστε έχω και τις φωνές μου. Το ξέρω ότι μ’ αγαπάνε, εφόσον και εγώ τις αγαπώ.

~~~~~~~~

Ο Γιάννης ήρθε μια μέρα στο σπίτι και παραπονιόταν. Μου μιλούσε για τις ανησυχίες του κι έβγαιναν ποτάμια τα λόγια από το στόμα του. Εδειχνε αρχές κατάρρευσης. Το κατάλαβα αλλά δεν ασχολήθηκα μαζί του. Δεν του έδωσα την παραμικρή σημασία. Όση ώρα μιλούσε, σκεφτόμουν επίτηδες άλλα πράγματα. Σκεφτόμουν την Εύα, σκεφτόμουν τη μάνα μου, το δάνειο, την Εύα, το Στέλιο, τις φωνές που μου κρατάνε παρέα, την Εύα και άλλα πολλά.

» Έχω γενέθλια σε λίγες μέρες» θυμάμαι να του λέω.

» Το ξέρω, σου έχω ετοιμάσει και μια έκπληξη φίλε», θυμάμαι ν’ απαντάει.

Το μόνο που θυμάμαι μετά είναι να κάθομαι χύμα στο πάτωμα του σαλονιού και να κλαίω. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Αυτός φταίει. Αυτό σκέφτηκα να πω και στο δικαστήριο, αν χρειαστεί να φτάσει μέχρι εκεί η υπόθεση. Αυτός φταίει διότι είπε την απαγορευμένη λέξη. Έκπληξη. Όχι άλλες εκπλήξεις. Όχι άλλες εκπλήξεις. Όχι πια.

~~~~~~~~

Είχαμε περάσει πολλά καλοκαίρια παρέα με το Γιάννη, σαν πιτσιρικάδες αρχικά και σαν ενήλικες μετά. Τότε δε χρειαζόμουν τις φωνές για να συνεχίσω να ζω. Τότε κατι συνέβαινε και οι φωνές δεν μπορούσαν μιλήσουν. Δεν μπορούσαν καν να ψιθυρίσουν. Δεν ξέρω τι συνέβη έπειτα και απέκτησαν τόση σημασία για εμένα. Δεν ξέρω γιατί τις άκουσα όταν μου φώναζαν να σκοτώσω το Γιάννη. Λογικά κάτι θα είχαν παρατηρήσει για να είναι τόσο ώριμες με αυτήν την προσταγή τους. Ποιος είμαι εγώ για να τις αντικρούσω;

~~~~~~~~

Την Εύα τη γνώρισα στην Αμοργό το ενενήντα τρία. Μόλις την είδα κατάλαβα ότι το ταξίδι μου έφτασε στο τέλος του. Δεν είχα την όρεξη να γνωρίσω άλλο λιμάνι. Ήταν η ώρα που το πλοίο ρίχνει την άγκυρα μέχρι ν’ ακουστεί η διαταγή να τη μαζέψεις. Οι φωνές δεν υπήρχαν τότε. Δε δεχόμουν διαταγές από κανέναν. Δε θα έφευγα από το νησί δίχως να κρατάω το χέρι της.

Η Εύα δούλευε στο μανάβικο του πατέρα της. Εκεί την είδα πρώτη φορά, δίχως να το έχω επιδιώξει. Εκείνον τον Ιούνη πηδηχθήκαμε όσες μέρες το νησί περιβαλλόταν από θάλασσα. Καταλάβαμε ότι δεν είναι δυνατόν να ζούμε χώρια. Της είπα να έρθει στην Αθήνα και εκείνη δέχθηκε κατευθείαν.

Όταν το ανακοίνωσε στους γονείς της, δεν υπήρχε η ίδια χαρούμενη ατμόσφαιρα. Η μάνα της μας άφησε με κατάρες, καθώς το πλοίο αποχαιρετούσε το νησί. Ποτέ δεν κατάλαβα το λόγο που το έκανε αυτό. Ίσως επειδή η κόρη της μπορούσε να γελάει και με κάποιον άλλον δίπλα της.

~~~~~~~~~

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν οι καλύτερες της ζωής μου. Η Εύα ενθουσιάστηκε με την καινούρια της ζωή και αυτό μου έδινε δύναμη. Νομίζω πως μαζί της γνώρισα και εγώ την Αθήνα. Την είδα μ’ άλλα μάτια, μ΄’ αυτά του ερωτευμένου. Και έτσι βλέπεις τα πράγματα λίγο καλύτερα απ’ ό,τι είναι για να πω την αλήθεια. Μαζί της όλα φαίνονταν διαφορετικά. Οι άνθρωποι, τα κτίρια, τ’ αυτοκίνητα.. Όλα είχαν πνοή και τράνταζαν την καθημερινότητα. Αρνούνταν να τη βάλουν στα καλούπια που προστάζουν αυτοί που βρίσκονται παντού και τριγύρω.

Με τον καιρό όμως όλα άλλαξαν. Η Εύα δεν ήταν η ίδια. Την είχε αντικαταστήσει ένα πτώμα που μπορούσε ακόμη να περπατήσει. Της έλειπε λέει το νησί, ο τόπος που μεγάλωσε, η μάνα της, η θάλασσα. Αυτή λέει στην Αθήνα δεν είναι θάλασσα. Έτσι τη βάφτισαν οι άνθρωποι για να ξεγελούν ο ενας τον άλλον.

Και τότε εμφανίστηκαν οι φωνές. Αυτές που αντικατέστησαν την Εύα. Ίσως είχα παγιδεύσει τους οργασμούς της στο κεφάλι μου, για να τους έχω πάντα κοντά μου. Ίσως να μην ήταν φωνές. Ίσως να ήταν κάτι άλλο, κάτι στυφό κι απροσδιόριστο. Όμως τις άκουγα. Τις άκουγα να κλαίνε και να γελάνε ταυτόχρονα. Και εγώ δεν ήξερα τι συμβαίνει. Χάθηκα μέσα στους διαδρόμους που σχημάτιζαν. Μπήκα τυχαία και δεν μπόρεσα από εκείνη την ημέρα να βρω την έξοδο.

~~~~~~~~~

«Κλείνω την πόρτα στο Θάνατο και γελάω, γελάω δυνατά, τρέμουν τα πόδια μου από την ευχαρίστηση. Σαστίζω, πέφτω, ξανασηκώνομαι, σε φιλάω και επιβιώνω, όμως δεν αντέχω. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω τι είναι αυτό που δεν αντέχω. Δεν αντέχω εσένα, εμένα, τ’ αμάξια, τον ουρανό, τα φώτα, το δρόμο. Δεν ξέρω. Συγνώμη.»

Αυτό ήταν το σημείωμα που μου άφησε η Εύα λίγο πριν πηδήξει από τον όγδοο όροφο του μπαλκονιού. Δεν ήξερα τι να κάνω, πώς να νιώσω. Ένιωσα πως δεν ξέρω τίποτα εκείνη τη στιγμή, πως ήμουν παγιδευμένος στο λαβύρινθο της άγνοιας. Ήθελα να με φυλακίσω κάπου μέχρι ν’ αφήσω την τελευταία μου πνοή. Έψαξα να βρω τις χειροπέδες που μ΄έδενε εκείνη τα βράδια για να δέσω τα χέρια μου και να μην τα χρησιμοποιήσω ξανά. Δεν τις βρήκα. Ίσως για αυτό επινόησα τις φωνές. Ίσως έβαλα χειροπέδες στο μυαλό μου. Ίσως κατάφερα να με τιμωρήσω με αυτόν τον τρόπο.

Ίσως γι’ αυτό κατέληξα εδώ που είμαι. Στην άβυσσο των ήχων και τον ουρλιαχτών που κυβερνούν τη σφαίρα της όποιας λογικής με περιβάλλει.

~~~~~~~~

Οι μόνες που δεν μπορώ να κατηγορήσω για τίποτα είναι οι φωνές. Ξέρω πως θα με συντροφεύουν ασταμάτητα, ακόμη κι όταν εγώ τις βαρεθώ. Ακόμη κι όταν δε θα ‘χουν κάτι να μου πουν, ξέρω πως η διακριτική παρουσία τους στο κεφάλι μου θα είναι από μόνη της σημαντική.

Αφιερώνω λοιπόν την ημέρα των γενεθλίων μου στις φωνές που έγιναν οι καλύτερες μου φίλες. Μπορεί βέβαια να ειναι και οι οργασμοί της Εύας. Δεν έχει καμία σημασία. Το μόνο που θέλω είναι να ακούω αυτή τη μελωδία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s