Μία λευκή σελίδα || του Rasayana ||

Posted by

Αυτό το κείμενο γράφεται για τα χαμένα παιδιά.

Για τα ανεκπλήρωτα τικ τακ του εκκρεμους.

Για τους επαίτες του έρωτα που κυκλοφορούν γυμνοί στα σοκάκια το σούρουπο, απαλάσσοντας τους εαυτούς τους στιγμιαία από το πέπλο του εφιάλτη.

Για εκείνους που μάταια πάσχισαν να θυμηθούν κακογραμμένες λέξεις από ξεφτισμένα τετράδια.

Αυτό το κείμενο πάντως θα μπορούσε να είναι μία φωτογραφία. Σ’ αυτήν απεικονίζονται τρεις νεκροί άνθρωποι που είπαν αντίο πρόωρα κι ακαριαία. Ο φωτογράφος κατάφερε να απαθανατίσει τη στιγμή που όλοι τους χαμογελούσαν. Ύστερα μου ψιθύρισε πως είχε καιρό να φωτογραφήσει χαρούμενους ανθρώπους.

Χαμογέλασε κι εκείνος κι έπειτα χάθηκε. Έμεινε η σκιά τού μονάχα να αντανακλάται στο έδαφος καθώς απομακρυνόταν. Είπε πως θα πήγαινε εκεί που είναι πάντα καλοκαίρι. Μου είπε θα στέλνει γράμματα. Του είπα να το απολαύσει.

Μια ήσυχη δεσποινίδα μου αποκάλυψε μετά από αφόρητη πίεση πως αυτό το κείμενο μοιάζει με γλυπτό του Ηφαιστόδωρου. Ότι είναι πολύπλοκο σαν τους ανδριάντες που ετοίμαζε εκείνος, προσπαθώντας επί βδομάδες να πετύχει αυτό που είχε κατά νου.

Η κοπέλα, αν και ντροπαλή,μου είπε να μην ξοδέυω πολλές ώρες επιχειρώντας να εξηγήσω αυτό πού θέλω γιατί θα μείνω στην αφάνεια.

«Θυμάται κανείς τόν Ηφαιστόδωρο άλλωστε;», είπε, και έφυγε κρατώντας στα χέρια το κεφάλι τής.

Την ακολούθησα γιατί ήθελα να μείνω μαζί της για πάντα. Όμως έκανα ένα βήμα καί εκείνη έκανε πέντε. Δίχως να καταλάβω το πώς, εκείνη χάθηκε απ’το οπτικό μου πεδίο . Σκέφτηκα πως μπορεί και να μην υπήρξε ποτέ, όμως μετά σκέφτηκα ότι ίσως και να σκέφτομαι πολύ και αποφάσισα να απολαύσω τον περίπατο στη άδεια λεωφόρο με τα πολύχρωμα λουλούδια.

Ένας ζητιάνος (όχι του έρωτα αυτήν τη φορά) μου ζήτησε χρήματα να φάει. Ήταν ισχνός, ρυτιδιασμένος, με το ζόρι στεκόταν εκεί στη άκρη του δρόμου. Του αγόρασα φαγητό και έμεινα μαζί του για αρκετή ώρα γιατί ο ήλιος έκαιγε και το τσιμεντένιο οικοδόμημα γύρω μου παραφύλαγε αδυσώπητο.

Πήρε το χαρτί από τα χέρια μου και διάβασε το κείμενο. Πίστεψε πως είμαι μουσικός και πως αυτοί είναι οι στίχοι κάποιου τραγουδιού. Εγώ το αρνήθηκα βεβαίως αλλά εκείνος ανένδοτος, άρχισε να τραγουδάει αυτό που διάβαζε.

Καθώς τραγουδούσε δάκρυσε, άρχισε να παραμιλά, είπε περίπου είκοσι λέξεις δίχως να κάνει κάποια πάυση και κατέρρευσε.

Τον σκέπασα με σακούλες σκουπιδιών που βρήκα εκεί γύρω. Κάποιος φώναξε από απέναντι πως το ζητιάνο που πέθανε εκείνη τη μέρα δε θα το θάψουνε ποτέ. Του είπα πώς είναι φίλος μου και ότι θα αναλάβω τα πάντα εγώ αν χρειαστεί. Εκείνος μου είπε ευχαριστώ σε πέντε γλώσσες και άρχισε να τρώει το χώμα που μάζευε απ’ το έδαφος.

~~~~~~

Δεν υπήρξε κανένας στην πραγματικότητα.

Ο φωτογράφος ήταν μία οφθαλμαπάτη.

Η κοπέλα ήταν μία εικασία

Ο ζητιάνος υπήρχε αλλά κοιμόταν πεταμένος σε ένα πεζοδρόμιο. Δεν τον ξύπνησα. Άφησα κάποια χρήματα και έφυγα.

Επομένως αυτό τό κείμενο δεν αναφέρεται σε κανέναν.

Αυτό το κείμενο δεν υπάρχει.

Ξόδεψες λίγα λεπτά για να διαβάσεις μία άδεια σελίδα.

Δεν πειράζει, το έχεις ξανακάνει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~`

3 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s