Οι διεστραμμένοι || του Rasayana ||

Posted by

Ιορδάνης: Συγνώμη, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;

Βασίλης: Βεβαίως.

Ιορδάνης: Μας ακούει κανένας;

Βασίλης: Κανένας απολύτως.

Ιορδάνης: Είσθε σίγουρος;

Βασίλης: Καθόλου.

Ιορδάνης: Τέλεια, πώς σας λένε;

Βασίλης: Δεν μπορώ να σας πω αλλά θα σας πω.

Ιορδάνης: Πείτε μου.

Βασίλης: Όχι, δε θα σας πω. Ρωτήστε με κάτι άλλο καλύτερα.

Ιορδάνης: Πώς σας λένε;

Βασίλης: Με λένε Βασίλη.

Ιορδάνης: Θα μου άρεσε πιο πολύ αν σας έλεγαν Γιάννη.

Βασίλης: Εμένα θα μου άρεσε αν μ’ έλεγαν Βασίλη.

Ιορδάνης: Ποτέ δε θα ‘μαστε ικανοποιημένοι, αυτό έχω να πω.

Βασίλης: Εγώ νομίζω ότι δεν είμαστε ικανοποιημένοι γιατί ποτέ μας δεν παραδεχόμαστε ότι τα πράγματα έχουν όπως έχουν.

Ιορδάνης: Έχει πολλή ζέστη.

Βασίλης: Αυτό συμβαίνει αγαπητέ μου. Κλείνουμε τα μάτια μας και προχωράμε. Αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να προχωράς με κλειστά τα μάτια;

Ιορδάνης: Έχει πολλή ζέστη.

Βασίλης: Γιατί οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας και αφήνουμε τη ζωή να ξεγλιστράει σιωπηλά την ώρα που έχουμε γυρισμένη την πλάτη;

Ιορδάνης: Ζέστη, πολλή ζέστη….

Βασίλης: Είμαι λιγάκι απογοητευμένος, δε θα σου το κρύψω. Καμιά φορά στον ύπνο μου έρχεται και μ΄επισκέπτεται ένα πουλί αλλά δεν τραγουδάει. Μονάχα κάθεται και με κοιτάει, σα να περιμένει κάτι από εμένα. Εγώ φυσικά δεν ξέρω τι να κάνω και στέκομαι και το κοιτάω. Κι όπως είμαστε αντικριστά, ξαφνικά έρχεται κι άλλο πουλί. Κι αυτό δεν τραγουδάει. Μονάχα κοιτάει. Και το κοιτάω κι εγώ. Και έρχεται κι άλλο πουλί, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Μέχρι που δε χωράνε άλλα πουλιά εκεί που κάθομαι και ξυπνάω ιδρωμένος χωρίς να έχω καταλάβει τι προηγήθηκε.

Ιορδάνης: Εμένα με λένε Ιορδάνη. Μου αρέσει πολύ το όνομα μου.

Βασίλης: Πράγματι, είναι ένα πολύ ωραίο όνομα.

Ιορδάνης: Σ’ ευχαριστώ πολύ.

Βασίλης: Παρακαλώ.

Ιορδάνης: Εγώ βλέπω συνέχεια στον ύπνο μου εκείνη τη γυναίκα με τα μακριά κόκκινα μαλλιά. Με τυλίγει μ’ αυτά στην αγκαλιά της και ύστερα φεύγουμε μαζί για μέρη που δεν υπάρχουν στο χάρτη. Και ταξιδεύουμε και ταξιδεύουμε και ταξιδεύουμε κι ύστερα ξυπνάω το πρωί και εκείνη δε βρίσκεται δίπλα μου. Χάνεται λογικά σε κάποιο από τα μέρη που επισκεφτόμαστε τα βράδια. Όμως τώρα το έχω πάρει απόφαση να κοιμάμαι όλο και περισσότερο για να την ονειρεύομαι συχνότερα. Μ’ αυτόν τον τρόπο πιστεύω πως κάποια μέρα θα έχουμε έρθει τόσο κοντά που σίγουρα θα ξυπνήσουμε στο ίδιο κρεβάτι και θα προσπαθώ να ξετυλίξω τη σάρκα μου απ’ τα μαλλιά της.

Βασίλης: Εμείς γιατί βρισκόμαστε εδώ; Έχει πολλή ζέστη, δε θ’ αντέξω για πολύ ακόμα να στέκομαι όρθιος πατώντας με τα γυμνά μου πόδια την άσφαλτο που καίει.

Ιορδάνης: Είναι ένα είδος τιμωρίας. Έτσι λένε αυτοί.

Βασίλης: Τιμωρίας; Για εμάς; Τι κάναμε και πρέπει να τιμωρηθούμε;

Ιορδάνης: Δεν ξέρω. Από τα λίγα που άκουσα πάντως πριν μας διώξουν κατάλαβα ότι μας θεωρούν διεστραμμένους. Ότι δεν ταιριάζουμε στη λογική τους. Ότι είμαστε περιττοί.

Βασίλης: Τώρα που μπήκε η άνοιξη νιώθω πιο καλά. Είναι σα να γεννάται η πλάση απ’ την αρχή. Όλοι μαζί ξεκινούμε από το ίδιο σημείο και προσπαθούμε να φτάσουμε εκεί που θεωρούμε ότι θα βρούμε κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν συναντήσαμε τόσα χρόνια στο διάβα μας.

Ιορδάνης: Όταν ήμουν πιο μικρός, έφτιαχνα στεφάνια με τον πατέρα μου. Πηγάιναμε στα λιβάδια μαζί και καθόμασταν με τις ώρες και τα τυλίγαμε με κάθε λογής λουλούδια. Είναι κάτι που μου λείπει αυτό. Μακάρι να ήταν εδώ να πηγαίναμε πάλι να φτιάξουμε κανένα στεφάνι.

Βασίλης: Πού είναι;

Ιορδάνης: Πέθανε πριν λίγο καιρό, όμως χάρηκα γιατί στο φέρετρο έβαλα εγώ ένα στεφάνι που έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Ήθελα να τον τιμήσω με κάποιον τρόπο. Νομίζω το κατάφερα.

Βασίλης: Εδώ δίπλα έχει λιβάδια απ’ ό,τι βλέπω.

Ιορδάνης: Ναι.

Βασίλης: Πάμε να φτιάξουμε κανένα στεφάνι;

Ιορδάνης: Κι αν έρθουν και δε μας βρουν εδώ; Είπανε να μην κουνηθούμε από τη θέση μας.

Βασίλης : Θ’ αρχίσω να μετράω.

Ιορδάνης: Εντάξει. Εγώ θα συμπληρωσω, αν μπορώ.

Βασίλης: Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, έφτα, οχτώ, εννιά, δέκα, έντεκα, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοχτώ, δεκαεννιά, είκοσι, είκοσι ένα, είκοσι δύο, είκοσι τρία.

Ιορδάνης: είκοσι και τέσσερα
είκοσι και πέντε
είκοσι και έξι.

Βασίλης: Πάμε να φτιάξουμε κανένα στεφάνι σου λέω.

Ιορδάνης: Θα έρθουν να μας πάρουν όπου να ‘ναι. Έχει περάσει αρκετή ώρα. Δε θα μας τιμωρήσουν για πάντα. Είπαν αυτή τη φορά ότι θα κρατήσει λίγο, για παραδειγματισμό.

Βασίλης: Αυτοί είναι πιο διεστραμμένοι από εμάς.

Ιορδάνης: Το ξέρω. Όμως κανένας δε δέχεται ότι είναι. Τον άνθρωπο τον ενοχλεί αυτό που κάνεις, αυτό που σκέφτεσαι, τον ενοχλούν τα πάντα βασικά.

Βασίλης: Είναι όλοι τους διεστραμμένοι. Όλοι τους.

Ιορδάνης: Και εμείς είμαστε.

Βασίλης: Και εμείς είμαστε.

Ιορδάνης: Είσαι σίγουρος ότι είμαστε;

Βασίλης: Καθόλου.

Ιορδάνης: Τότε είμαστε περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s