Του Έρωτα και του Θανάτου || του Rasayana ||

Posted by

Τετάρτη, 27 Αυγούστου, 1978.

Η μέρα που ο Λευτέρης έλαβε το μοιραίο τηλεγράφημα. Όταν το διάβασε, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Έκατσε σκεφτικός για μερικά λεπτά στον καναπέ του σαλονιού κι έπειτα αποφάσισε ότι πρέπει να γυρίσει στο χωριό.

Πήγε αμέσως στο δωμάτιο και ετοίμασε τη βαλίτσα. Έβαλε μέσα τα απολύτως απαραίτητα και οδήγησε μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό. Έφτασε αρκετά νωρίτερα από την αναχώρηση του τρένου και κάθισε σε ένα παγκάκι κοντά στις αποβάθρες.

Άναψε το τσιγάρο του και έφερε στο μυαλό του το παρελθόν. Ήθελε να ξεχάσει κάποια πράγματα αλλά εκείνο το τηλεγράφημα που δέχθηκε λίγες ώρες πριν πλημμύρισε το μυαλό του με σκοτεινές και ταυτόχρονα ευχάριστες αναμνήσεις.

Καθώς περίμενε την ώρα που το τρένο θα χαιρετούσε την πόλη, ένιωσε τον κόσμο γύρω του να πλημμυρίζει από γέλιο και θάνατο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι από τα δύο υπερίσχυε.

Όταν ξεκίνησε το ταξίδι, δε σταμάτησε να διαβάζει το τηλεγράφημα. Οι τρεις προτάσεις που υπήρχαν σε αυτό, αποτέλεσαν την ιδανική συντροφιά για το Λευτέρη στις τέσσερις ώρες της διαδρομής.

Πρέπει να το διάβασε πάνω από ογδόντα φορές, μέχρι να φτάσει στο χωριό. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή όχι, πάντως η απόφαση που πήρε με το που το έλαβε το πρωί, δηλώνει αρκετά πράγματα για το χαρακτήρα του. Παρορμητικός, στυγνός κι ερωτευμένος.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού την σκεφτόταν συνέχεια. Φαντασιωνόταν πως χαϊδεύει το στήθος της κι εκείνη, πριν αφοσιωθούν ολοκληρωτικά ο ένας στον άλλον, περιποιούταν με τη γλώσσα της τ’ αχαμνά του, όπως την πρώτη φορά που το έκανε, εικοσιέξι χρόνια, πέντε μήνες, τρεις εβδομάδες κι έξι μέρες πριν.

Ακόμα κι όταν κοιμήθηκε, εκείνη κατείχε τα πρωτεία στον ονειρόκοσμο του, αναλαμβάνοντας διάφορους ρόλους . Δεν υπήρχε ζωή χωρίς αυτήν δίπλα του και τόσα χρόνια περιφερόταν σα φάντασμα στην πρωτεύουσα, ψάχνοντας ένα στήριγμα στην προσπάθεια του να μην αφήσει τις σκέψεις του να τον κυριεύσουν.

~~

Όλα καλά. Στοπ. Μπορείς να έρθεις. Στοπ. Κατερίνα. Στοπ.

Καθώς το διάβαζε ξανά και ξανά, του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως ήταν ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που γράφθηκαν ποτέ από ανθρώπινο χέρι. Έτσι το αντιμετώπιζε – από ένα σημείο κι έπειτα- προσπαθώντας, μέσα στην πλήξη που του πρόσφερε το πολύωρο ταξίδι και η επιθυμία του να την αντικρίσει, να το ντύσει μουσικά με τον κατάλληλο ρυθμό ώστε να της το τραγουδήσει ένα βράδυ σιωπηλά, με τη συνοδεία της κιθάρας του.

Οι προσπάθειες τους όλα αυτά τα χρόνια είχαν πέσει στο κενό. Τα εμπόδια που βρέθηκαν στο δρόμο τους αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα. Το ήξεραν κι οι δυο τους ότι η συγκεκριμένη ιστορία δε θα είχε αίσιο τέλος.

Χαριτολογώντας ο Λευτέρης ένα βράδυ πριν από χρόνια, μετά από άφθονο αλκοόλ της είχε πει ότι » θα έμπαινε και στη φυλακή για χάρη της». Εκείνη είχε γελάσει και τον είχε πειράξει με το δικό της μοναδικό τρόπο, λέγοντας του πως » αν είναι να μπει στη φυλακή, τουλάχιστον ν’αξίζει τον κόπο, να κλέψει καμιά τράπεζα κι όχι να οδηγηθεί εκεί από την απληστία του Έρωτα».

Σημασία πάντως τώρα δεν είχε το παρελθόν και οι δυστοκίες του, απεναντίας το μόνο πράγμα που τους ενδιέφερε ήταν ότι οι μέρες που έρχονταν θα τους έβρισκαν αγκαλιασμένους σε κόκκινες λίμνες και τυλιγμένους με πέπλα από τριαντάφυλλα. Τώρα πια που όλα είχαν τελειώσει, ελεύθεροι από οτιδήποτε τους κρατούσε δέσμιους όλα αυτά τα χρόνια, μπορούσαν να ξεδιπλώσουν ευλαβικά το πάθος που έκρυψαν σα φυλαχτό στον κόρφο τους.

~~

Στο τηλεγράφημα η Κατερίνα δεν του προσδιόριζε την έκβαση της κατάστασης. Παρ’όλα αυτά, το ξερό «όλα καλά» που προκάλεσε μία ευχάριστη ζαλάδα στο Λευτέρη όταν το διάβασε μερικές ώρες πριν, ήταν αρκετό για να καταλάβει ότι η υπομονή που έκανε θα ανταμειβόταν σήμερα κιόλας, καθώς θα γευόταν τα άνθη του κορμιού της και θα άγγιζε επιτέλους εκείνο το ιερό πρόσωπο που τον είχε οδηγήσει στη σύγχυση λογικής και παραλόγου με την απουσία του.

Εκτός από αυτήν βέβαια, θα έβλεπε για άλλη μία φορά και το χωριό του, τον τόπο που μεγάλωσε και που προσπαθούσε επίμονα να μην ξεχάσει καθώς έσερνε το κορμί του στις αχανείς λεωφόρους της Αθήνας.

Έπρεπε να φύγει – πριν καιρό – από εκεί και να βρει το μονοπάτι της ευτυχίας του αλλού γιατί τα χωριά είναι περίεργα μέρη και οι άνθρωποι ξεγελούν τη ρουτίνα με τα σχόλια και την κακογλωσσιά τους. Έφυγε με τη δικαιολογία ότι του παρουσιάστηκε μία εξαιρετική επαγγελματική ευκαιρία στην Αθήνα και όφειλε να την εκμεταλλευτεί για να μην πετάξει κι αυτός τη ζωή του στα σκυλιά, όπως αρκετοί φίλοι με τους οποίους καμάρωνε αγκαλιασμένος σε φωτογραφικά άλμπουμ του χθες.

Αυτό τουλάχιστον είπαν οι γονείς του στους συγχωριανούς που ρωτούσαν ξαφνιασμένοι «τι απέγιν’ ου Λιυτέρς κι δεν τουν βλέπουμ ντιπ».

~~

Η αλήθεια είναι ότι ο Λευτέρης έφτιαξε τη ζωή του -κατά κάποιον τρόπο- στην πρωτεύουσα. Όταν έφτασε εκεί και τον περίμενε ο αδερφός της μάνας του για να έχει κάποιον να του δείξει πώς κυλάει αλλιώτικα η ζωή στην πόλη απ’ το χωριό, πίστεψε ότι θα τρελαθεί. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ζει πλέον μακριά από εκείνον τον στεφανωμένο άγγελο που λίγες ώρες πριν κυλιόταν μαζί του στο βούρκο της ηδονής. Δεν ήθελε να συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το χαμόγελο, που, αν ήσουν ταξιδιώτης στην έρημο, θα προτιμούσες να ξεδιψάσεις με τη συντροφιά του παρά με νερό, θα βρισκόταν γύρω στα πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά πια.

Άσχετα με το τι είχε προηγηθεί όμως, ο νεαρός χωριάτης όφειλε να εγκλιματιστεί στην καινούρια του ζωή. Ο θείος του τον έβαλε στην επιχείρηση του, στην αρχή ως γραμματέα κι έπειτα, καθώς ο Λευτέρης αποδείκνυε καθημερινά ότι η εργατικότητα του κι η ευστροφία του στις αγοραπωλησίες είναι μάλλον οικογενειακό χάρισμα, ανελίχθηκε γρήγορα στον τομέα των επιχειρήσεων. Κάποιες κινήσεις του στο χρηματιστήριο ανέβασαν κατά πολύ τα ποσοστά της εταιρείας και από τότε μετατράπηκε σε έναν αξιόπιστο συνεργάτη, αποβάλλοντας μια για πάντα τη ρετσινιά του νεοφερμένου ανιψιού από το χωριό που είχε ανάγκη τα χάδια και τη βοήθεια του θείου.

Ουσιαστικά ασχολήθηκε μανιωδώς με τις δουλειές που του ανέθεταν ώστε το μυαλό του ν’ απασχολείται και με κάτι άλλο πέρα από την φιγούρα της θεάς του. Ναι, σίγουρα η Κατερίνα ήταν η θεά του γιατί μόνο μια γυναίκα με δυνατότητες που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα όρια θα μπορούσε να κυριεύσει με αυτόν τον τρόπο το μυαλό κάποιου για δεκαπέντε χρόνια, εφτά μήνες, πέντε εβδομάδες και δεκαπέντε μέρες, επί εικοσιτέσσερις ώρες τη μέρα.

Έτσι κι αλλιώς ένας ισχυρός άνδρας οφείλει τη ικανότητα επιβολής του σε μία ισχυρή γυναίκα. Χωρίς αυτήν που γεννάει τη δύναμη, η ζωή δεν κινείται. Είναι ποτάμι δίχως δέλτα.

~~

Αντλούσε το κουράγιο που τόσο χρειαζόταν από κάτι ξεθωριασμένες φωτογραφίες της που είχε πάρει κρυφά πριν φύγει απ’ το χωριό. Κάτι φωτογραφίες που απεικόνιζαν το μεγαλείο του άλλοτε, ελπίζοντας πάντως ότι θα ξαναέρθει κάποτε η στιγμή που θα την αγκαλιάζει και δε θα σκέφτεται τίποτα άλλο πέρα από τη ζωή του μαζί της. Ειδικά τώρα που έβγαζε αρκετά χρήματα στην επιχείρηση του θείου, σκεφτόταν συνέχεια ότι θα επιστρέψει στο χωριό να την πάρει και να ταξιδέψουν μαζί στις πιο άγριες και ανέγγιχτες γωνιές του κόσμου. Δύο συνοδοιπόροι σε μόνιμη έξαψη τη Δευτέρα στο Νεπάλ, την Πέμπτη στην Αίγυπτο, τη Δευτέρα στο Περού, την Πέμπτη στον Καναδά, τη Δευτέρα….. την Πέμπτη………. τη Δευτέρα……… την Πέμπτη………τη Δευτέρα………..

Το σφύριγμα του τρένου τον επανέφερε στην πραγματικότητα, καθώς ήταν χαμένος ανάμεσα σε θολές σκέψεις κι αναμνήσεις την ώρα που ταξίδευε. Είχε φτάσει στο χωριό. Μόλις κατέβηκε από το τρένο τα δυο του μάτια γυάλισαν από ευτυχία. Συνειδητοποίησε ότι στα σοκάκια του χωριού αναδυόταν μία ευχάριστη μυρωδιά από έρωτα και αίμα. Σάστισε προς στιγμήν γιατί δεν ήξερε ποια από τις δύο ευωδιές τον ευχαριστούσε περισσότερο, παρ’όλα αυτά συνέχισε να περπατάει γιατί βρισκόταν μόλις τέσσερα λεπτά μακριά από το όνειρο.

Έφτασε στο σπίτι και περίμενε να βρει την Κατερίνα για να νιώσει πάλι αυτό το φτερούγισμα στην καρδιά που είχε ξεχάσει από καιρό. Εκείνη απουσίαζε, οπότε ο Λευτέρης έφτιαξε έναν καφέ και την περίμενε στην αυλή. Οι ώρες περνούσαν κι εκείνη δε φάνηκε στο σπίτι. Τότε άρχισε να ανησυχεί γιατί στο σπίτι υπήρχε μία ανεξήγητη σιωπή, όλα μέσα ήταν επιμελώς τακτοποιημένα και η μυρωδιά του θανάτου γινόταν όλο και πιο έντονη, καθώς περνούσε η ώρα.

~~

Βγήκε από το σπίτι και άρχισε να τρέχει μες στα σοκάκια μήπως και τη βρει κάπου. Πρέπει να γύρισε όλο το χωριό τουλάχιστον δέκα φορές εκείνη τη μέρα, μέχρι που κατέρρευσε εξαντλημένος στην πλατεία. Εκεί τον βρήκε η Μαριώ η παπαδιά να κάθεται και τον πλησίασε.

» Πώς κι απ’ τα μέρη μας Λευτέρη;»

» Αφού ξέρεις κυρά Μαρία τώρα, τι με ρωτάς; Όλοι ξέρετε».

» Ναι αγάπη μου, καταλαβαίνω τι λες, αλλά εσύ τι κάνεις εδώ τώρα; Θα μείνεις στο χωριό ξανά για να μην κλείσει το σπίτι;»

» Τι εννοείς κυρά Μαρία;»

«Αχ όλοι με λένε Μαριώ και μόνο εσύ από μικρό παιδάκι με φώναζες κυρά Μαρία. Μπα σε καλό σου!»

» Πες μου τι εννοείς»

» Μα τι με ρωτάς κι εμένα; Οικογένεια σου ήταν και οι τρεις τους, εγώ θα στα πω;»

» Ήταν…….;»

» Αγόρι μου δεν ήρθες για τα τρία μνημόσυνα που θα γίνουν μεθαύριο; Γιατί βρίσκεσαι εδώ;»

» Μνημόσυνα……..; Μα τι ειν’ αυτά που μου λες;»

» Να μου πεις δεν ήρθες στις κηδείες τους, σιγά που θα ερχόσουν για τα μνημόσυνα τους. Γιος να σου πετύχει.»

Ο Λευτέρης δεν ήξερε τι να πιστέψει. Ήταν βέβαιος πως τα μνημόσυνα πρέπει να είναι δύο κι όχι τρία. Αλλά δεν καταλάβαινε γιατί η παπαδιά του μιλούσε για μνημόσυνα. Πλάνταξε στο κλάμα χυμένος στην αγκαλιά της, επιβεβαιώνοντας τη ρήση ότι οι άντρες κλαίνε όταν τρελαίνονται από έρωτα. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά και συνήλθε, συνέχισε τη συζήτηση.

» Πες μου τι έγινε κυρά Μαρία! Πες τα μου όλα!»

» Αχ βρε Λευτέρη μου, είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν πάρα πολλές φήμες για εσένα και την αδερφή σου. Δεν είναι χαζός ο κόσμος στο χωριό. Είμαστε απλοί άνθρωποι αλλά κουτοί σίγουρα όχι. Κι όσο έλειπες εκεί εσύ στην πρωτεύουσα δεν έχεις ιδέα τι συνέβαινε εδώ. Έβγαινε η μάνα σου να πάει να περπατήσει και γελούσαν όλες πίσω απ’ την πλάτη της. Της πετούσαν και σπόντες πολλές φορές και την έκαναν κουρέλι αυτά τα λόγια τη Δέσποινα. Και αυτό να γίνεται χρόνια, σκέψου τώρα τι κακό κάνατε με την Κατερίνα. Μη σου πω για τον πατέρα σου που έβγαινε στο καφενείο να πιει έναν καφέ και να παίξει λίγη πόκα και τον κοιτούσαν λες και ήταν ο εχθρός τους. Τους χαλάσατε τη ζωή ρε παλιόπαιδα. Δεν το κατάλαβες ποτέ αυτό; Όταν σας βρήκε ο παπάς εκείνη τη μοιραία νυχτά καβάλα ο ένας στον άλλον στην εκκλησιά τελείωσαν όλα Λευτέρη μου. Για όλους σας. Μα πού ακούστηκε τ’ αδέρφια να καβαλάνε το ένα τ’ άλλο γιε μου; Τι σκεφτόσασταν;»

» Δε θα καταλάβεις κυρά Μαρία, ό,τι και να σου πω…. Κανείς δε θα καταλάβει……»

» Τους σκότωσε και τους δύο γιε μου η Κατερίνα. Τους πυροβόλησε με την καραμπίνα που είχε να κυνηγάει ο πατέρας σας.

» Αυτό το ξέρω, δε με νοιάζει. Μαζί το είχαμε συμφωνήσει, για να ζήσουμε ελεύθεροι. Η Κατερίνα πού είναι κυρά Μαρία; Πες μου πού είναι!»

» Η Κατερίνα παιδάκι μου σε περίμενε πολλές μέρες. Ήρθε μια μέρα στην εκκλησία και εξομολογήθηκε τα πάντα στον παπά. Κι αυτός ανίερος είναι ο άτιμος, μου τα ‘πε όλα χαρτί και καλαμάρι. Παπάς να σου πετύχει. Ήρθε κι είπε τα πάντα για εσάς τους δύο, για τους γονείς σας, πώς τους σκότωσε, πού τους έθαψε. Θυμάμαι ότι ανάφερε κάτι για ένα τηλεγράφημα, το έστειλε λέει δύο μέρες μετά το φονικό.»

» Ναι ρε παπαδιά, το έλαβα το τηλεγράφημα γι’ αυτό ήρθα. Σήμερα το πρωί ήρθε το σπίτι».

» Αμ γιε μου είδες πώς τα φέρνει η ζωή τώρα; Οι απεργίες των υπηρεσιών επικοινωνίας που έχουμε εδώ και είμαστε ξεχασμένοι σε τιμώρησαν. Ένα μήνα πριν το έστειλε αυτό, τότε που έγινε και το φονικό.»

» Μα τι λες τώρα……..»

» Έτσι είναι Λευτέρη μου. Και εκείνη νόμισε πως την ξέχασες και απάντηση δεν έπαιρνε από εσένα και δεν ήταν καλά. Και πήγε μία μέρα και κρεμάστηκε το κορίτσι στο δάσος. Τη βρήκε ο Τάσος ο γιος του φούρναρη που πήγε να κόψει ξύλα. Και είχε και ένα σημείωμα εκεί αφημένο κάτω που έγραφε » Κρεμιέμαι σε αυτό το δέντρο γιατί είμαι θεά χωρίς στεφάνι. Έτσι με άφησε τουλάχιστον αυτός. Πρέπει να φέρει το στεφάνι μου. Μου το χρωστάει.»

» Μα δεν είναι δυνατόν να συνέβη αυτό που λες κυρά Μαρία…….. Φεύγω φεύγω, πάω να τη βρω!»

» Τι λες αγόρι μου; Τρελάθηκες;»

» Αυτό πρέπει να κάνω κυρά Μαρία. Πρέπει να τη στεφανώσω. Σε καμία θεά δεν αξίζει να μένει με γυμνό το κεφάλι. Μου το ζήτησε άλλωστε. »

Ο Λευτέρης έφυγε τρέχοντας από την πλατεία και πήγε στο σπίτι του. Το κοίταξε για μια τελευταία φορά κι έπειτα χάθηκε στο δάσος. Είχε μία σπουδαία δουλειά να ολοκληρώσει και σκέφτηκε ότι δε θα έφευγε ποτέ από το δάσος μέχρι να φανερωθεί σε κάποιο σημείο η βασίλισσα της καρδιάς του και ζητήσει το στέμμα της που το είχε στερηθεί από καιρό.

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s