Η κόκκινη ομπρέλα || του Rasayana ||

Posted by

Περπατούσε με τις ώρες μέσα στην πόλη. Κοιτούσε τα πάντα γύρω του, με μία χαρακτηριστική επιμέλεια να διαγράφεται στη ματιά του, έπειτα πραγματοποιούσε τακτικές στάσεις στα μαγαζιά του δρόμου και καλημέριζε -πάντα χαμογελαστός- τους ιδιοκτήτες, με τους οποίους είχε αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση όλα αυτά τα χρόνια. Αν και τον συναντούσαν καθημερινά, κανένας δεν του έδινε σημασία.

Η ιεροτελεστία της ημέρας ξεκινούσε με μία βόλτα στο πάρκο, όπου και τάιζε όσα περιστέρια μπορούσε. Οι χούφτες του, πάντα γεμάτες με ψωμί, αποτελούσαν την πρωινή ικανοποίηση εκατοντάδων πουλιών που τριγύριζαν στο πάρκο της γειτονιάς.

Καθημερινά εμφανιζόταν με το ίδιο μαύρο κοστούμι , το άσπρο πουκάμισο από μέσα, το μαύρο λινό παντελόνι και τα μαύρα σκαρπίνια που έντυναν τα δύο του πόδια. Ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες της ημέρας, προέκταση του δεξιού του χεριού ήταν πάντα η κόκκινη ομπρέλα.

Μία ομπρέλα κλειστή, η οποία δεν άνοιγε ούτε τις μέρες που η βροχή ήταν τόσο δυνατή, ώστε οι άνθρωποι έτρεχαν όπου βρουν για να προφυλαχτούν από τη μανία της.

Εκείνος, αντίθετα, έμενε ακίνητος, λες κι ήταν άγαλμα και άφηνε τις σταγόνες να μουσκεύουν ανελέητα την καθημερινή του ενδυμασία. Ούτε μία φορά δεν έτρεξε να βρει κάποιο σκέπαστρο, την ώρα που η βροχή άρχιζε να δηλώνει δυναμικά την παρουσία της.

~~

Το παράδοξο βέβαια ήταν ότι κανένας δεν ανταποκρινόταν όταν εκείνος τους καλημέριζε με ένα τεράστιο χαμόγελο να χρωματίζει το χλωμό πρόσωπο του.

Το ήξερε ότι δε θα λάβει ποτέ απάντηση από αυτούς τους ανθρώπους, παρ’όλα αυτά δεν υπήρξε μέρα που να πέρασε από μπροστά τους και να μην τους απηύθυνε το χαιρετισμό του.

Μόνο ο μανάβης, που λειτουργούσε την επιχείρηση του στο τέλος του δρόμου, απαντούσε κάθε μέρα στο συγκεκριμένο κύριο, με λόγια που έβγαιναν κατευθείαν από την καρδιά του. Σχημάτιζε και αυτός ένα όμορφο χαμόγελο και του έλεγε χαρακτηριστικά κάθε πρωί «καλημέρα γιε μου».

Ίσως όντως του θύμιζε το γιο του. Αυτή η φήμη τουλάχιστον κυκλοφορούσε μεταξύ των υπολοίπων που ήξεραν ότι ο γιος του είχε πεθάνει τέσσερα χρόνια πριν, νικημένος από την επάρατη νόσο.

~~

Έδειχνε μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα παιδιά που περνούσαν πολλές ώρες από τη μέρα τους στα πάρκα και τις αλάνες της γειτονιάς. Εκείνα έπαιζαν ασταμάτητα και ξεγελούσαν τις ζωές τους με χαμόγελα, παιχνίδια κι αγκαλιές. Αυτή ήταν μια εικόνα που γέμιζε τη ζωή του.

Καθόταν κι εκείνος με τις ώρες σε ένα παγκάκι απέναντι τους και παρατηρούσε τις κινήσεις τους. Δυο τρεις φορές είχε πλησιάσει ένα αγοράκι μάλιστα και επιχείρησε να το αγκαλιάσει αλλά εκείνο φοβισμένο, απομακρυνόταν γρήγορα από κοντά του.

Όπως αποχωρούσε το παιδί, εκείνος ψέλλιζε κάθε φορά » μη φεύγεις γιε μου».

~~

Τα σχόλια μεταξύ των κατοίκων για την αφεντιά του ήταν συχνά και ποικίλα. Όλοι τον θεωρούσαν περίεργο, όμως κάποιοι από αυτούς – ειδικά ο μανάβης – προσπαθούσαν να διακιολογήσουν την παρουσία του στην πόλη.

Κανένας δεν ήξερε τίποτα για αυτόν, από πού ήρθε πριν χρόνια, για ποιο λόγο, όπως επίσης και γιατί ήταν πάντα μόνος του, δίχως καμία συντροφιά, πάντα με την ίδια ενδυμασία και με την κόκκινη ομπρέλα ανά χείρας.

Τους παραξένευε πρώτα απ’όλα η κόκκινη ομπρέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Όσο και να συζητούσαν για ποιο λόγο την είχε πάντα μαζί του, δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα βέβαιο συμπέρασμα.

Άλλοι υπέθεταν ότι είναι δώρο από κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, άλλοι σκέφτονταν ότι είναι αναμνηστικό από κάποιο ταξίδι που χαράκτηκε για πάντα στη μνήμη του, άλλοι δήλωναν με σιγουριά ότι είναι απλώς ένας παλαβός άνθρωπος, για αυτόν το λόγο και τον απέφευγαν εξάλλου και δεν απαντούσαν ποτέ όταν τους καλημέριζε.

~~

Ο μανάβης, ακούγοντας τις συζητήσεις και δίχως να έχει εκφράσει κάποια άποψη μέχρι τότε για την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου αυτού, σηκώθηκε από την καρέκλα του και είπε στους υπόλοιπους, εμφανώς αγανακτισμένος:

» Λοιπόν σας βαρέθηκα όλους εσάς που κάθεστε και συζητάτε για αυτόν τον άνθρωπο και κάνετε υποθέσεις για τη ζωή του, ενώ τον αποφεύγετε συστηματικά. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί δεν του λέτε μια καλημέρα, τη στιγμή που δε σας έχει πειράξει και δεν έχει προβεί σε κάποια κακή πράξη γενικότερα. Καθόμαστε και τον σταυρώνουμε με τις συζητήσεις μας, δίχως να γνωρίζουμε το παραμικρό γι’αυτόν. Επειδή δε θέλω να συμμετέχω άλλο σε αυτήν την παρωδία, που για κάποιον περίεργο λόγο δίνει νόημα στις ζωές μας, θα πάω αμέσως να τον βρω και να συζητήσω μαζί του. Θα κάτσω υπομονετικά να ακούσω τις σκέψεις του και αν θέλει ας μου εξηγήσει γιατί επέλεξε να του κολλήσουμε τη ρετσινιά του περίεργου και του τρελού, περπατώντας κάθε μέρα στην πόλη με τα ίδια ρούχα και με την κόκκινη ομπρέλα στο χέρι. »

Όλοι οι παρευρισκόμενοι τον κοίταξαν αποσβολωμένοι, ο μπακάλης μάλιστα άρχισε ξαφνικά να ζητάει συγνώμη σ’όποιον βρισκόταν δίπλα του και ο μανάβης, που είχε μετατραπεί αναπάντεχα σε ήρωα, έφυγε για να βρει τον παράξενο άνδρα που, χωρίς να το γνωρίζει, έδινε πνοή στις ήσυχες κι άχαρες ζωές των ανθρώπων γύρω του.

~~

Τον έψαξε για αρκετή ώρα και τελικά τον βρήκε να κάθεται σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα, στην άκρη της πόλης. Παραξενεύτηκε αρκετά γιατί τον έβλεπε πρώτη φορά χωρίς την καθημερινή του ενδυμασία, και το σημαντικότερο, χωρίς την κόκκινη ομπρέλα. Ήταν τελείως γυμνός και κοιτούσε με ένα απλανές βλέμμα τη θάλασσα. Καθώς τον πλησίαζε ο μανάβης, άρχισε να ακούει τα αναφιλητά του και κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Τα ρούχα του είχαν αρχίσει να βουλιάζουν και αποχαιρετούσαν σιγά σιγά την επιφάνεια.

Πήγε και κάθισε δίπλα του και τον παρακάλεσε να του πει το λόγο που έκλαιγε γυμνός στην παραλία.

» Είχανε σχέδιο…», απάντησε εκείνος.

«Ποιοι»;

«Είχανε σχέδιο σου λέω! Ήξεραν τι έκαναν! Ήρθαν εκεί που καθόμουν, δεν πρόλαβα να αντιδράσω και την πήρανε! Την πήρανε και την ανοίξανε!

«Τι λες βρε άνθρωπε; Εξήγησέ μου να καταλάβω».

«Θα τους βρω δεν ανησυχώ, θυμάμαι τα πρόσωπα τους! Ο ένας είχε και κάτι περίεργες φακίδες. Δεν κυκλοφορούν και πολλοί τέτοιοι στην πόλη. Θα τους βρω και θα το μετανιώσουν πικρά αυτό που έκαναν!»

Αφού είπε αυτά τα λόγια, έφυγε από το βράχο που καθόταν και κατέρρευσε λίγο πιο δίπλα στην αμμουδιά, η οποία είχε αποκτήσει ήδη ένα στρώμα υγρασίας, καθώς ο ήλιος έδυε και αποχαιρετούσε την πόλη.

Κοιμήθηκε για περίπου πέντε ώρες, εμφανώς εξαντλημένος κι ο μανάβης δεν το κούνησε ρούπι από δίπλα του. Τον περίμενε να ξυπνήσει, με το πρόσωπο του να είναι πλημμυρισμένο από αγωνία και την περιέργεια του για το τι προήγηθηκε να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη.

~~

Όταν ξύπνησε κι είχε συνέλθει λίγο από το σοκ, ζήτησε ένα τσιγάρο από το μανάβη και του υποσχέθηκε ότι θα του πει τα πάντα, με την παραμικρή λεπτομέρεια.

Ο μανάβης συμφώνησε, έβγαλε δύο τσιγάρα από το πακέτο του και περίμενε να ακούσει την ιστορία του.

Μόλις κατέβασε την πρώτη τζούρα, η γλώσσα του πήρε φωτιά.

«Σίγουρα θα πιστεύετε ότι είμαι τρελός. Θα κάθεστε και θα μιλάτε κρυφά για τον Νίκο και θα καταλήγετε στα πιο ακραία σενάρια για τη ζωή του. Εγώ το μόνο που μπορώ να σου πω, σ’ εσένα τουλάχιστον που μου δίνεις λίγη σημασία και πίστεψε με, το εκτιμώ αυτό , είναι ότι είμαι μια χαρά. Ο θάνατος του πατέρα μου με επηρέασε βέβαια αρκετά αλλά τώρα τελείωσαν όλα. Δεν υπάρχει κανένα νόημα. Μου πήρανε την ομπρέλα».

«Μα τι σήμαινε αυτή η ομπρέλα τέλος πάντων για εσένα; Και τα ρούχα; Μία και μοναδική αλλαξιά όλα αυτά τα χρόνια;

«Λοιπόν, επειδή είσαι περίεργος θα σου πω αυτά που θες. Έτσι κι αλλιώς ο μπαμπάς δεν είναι εδώ. Μας αποχαιρέτησε πριν λίγο. Μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Λοιπόν, άκου! Όταν πέθανε ο μπαμπάς, εγώ δεν το συνειδητοποίησα να σου πω την αλήθεια. Πήγα στην κηδεία και σκεφτόμουν ότι αυτό δεν είναι σωστό, να θάβουμε τους ανθρώπους και να τους κλαίμε. Έτσι κάποιες μέρες μετά από το γεγονός αυτό, πήγα ένα βράδυ στο νεκροταφείο και τον ξέθαψα. Ευτυχώς ήταν σε ερημική περιοχή και ο θόρυβος που έκανα δεν ενοχλούσε κανέναν. Ευτυχώς επίσης δεν είχαμε λεφτά και δεν τον βάλανε σε φέρετρο και υπήρχε απλά ένα σώμα, σε πλήρη αρμονία με το χώμα που το είχε σκεπάσει. Το φεγγάρι μάλιστα εκείνη τη νύχτα ήταν στην κυριολεξία ένας πιστός σύντροφος στην προσπάθεια μου να βγάλω τον μπαμπά από ‘κει που τον φυλακίσανε, μιας και φώτιζε έντονα το σημείο που βρισκόταν θαμμένος. Αφού τον έβγαλα λοιπόν, του έδωσα ένα μεγάλο φιλί γιατί είχα να τον δω μέρες κι έπειτα τον φόρτωσα στο αμάξι. Οδήγησα μέχρι το σπίτι, τον ανέβασα με το ασανσέρ γιατί στην ηλικία του δυσκολεύεται κάποιος να χρησιμοποιήσει τις σκάλες έτσι κι αλλιώς, σέρβιρα φαγητό για δύο και μείναμε κάποιες ώρες στο σπίτι. Στενοχωρήθηκα λίγο γιατί δεν ακούμπησε το πιάτο του καθόλου και σκέφτηκα τι πατέρας είναι αυτός που δεν επικροτεί τις προσπάθειες του γιου του, όμως δεν του κράτησα κακία! Ποτέ δε θα μπορούσα να του κρατήσω κακία! Αφού δειπνήσαμε τέλος πάντων, τον απελευθέρωσα από αυτά τα μαύρα ρούχα που καταλάβαινα ότι τον βάραιναν, όπως επίσης κι από αυτά τα κακόγουστα σκαρπίνια και από τότε δεν τα έβγαλα ποτέ από πάνω μου. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, σκέφτηκα ότι του μοιάζω αρκετά και χάρηκα με αυτήν τη διαπίστωση. Ύστερα βγήκαμε για μια βόλτα. Οδήγησα αρκετή ώρα και λυπήθηκα πάλι γιατί δε μου μιλούσε καθόλου. Ό,τι και αν του έλεγα, περνούσε στο βρόντο. Θύμωσα τότε και σταμάτησα σε μια ερημική τοποθεσία, γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα από την Πρέβεζα. Τον έβγαλα από το αμάξι και τον έκαψα ζωντανό. Είχαν μείνει οι στάχτες του μόνο στην άσφαλτο να θυμίζουν ότι ένας τέτοιος υπέροχος άνθρωπος περπάτησε κάποτε σ’ αυτά τα μέρη. Έπειτα μάζεψα τις στάχτες του, έβαλα όσες μπόρεσα στο σακουλάκι με τον καπνό που είχα αγοράσει πριν λίγο και γύρισα σπίτι για να ολοκληρώσω αυτό που είχα ξεκινήσει. Έκατσα στο σαλόνι και απόλαυσα τουλάχιστον δώδεκα τσιγάρα που είχαν εκτός από καπνό, τη στάχτη του πατέρα μου. Ένιωσα τόσο όμορφα εκείνη τη στιγμή γιατί μπόρεσα με κάποιον τρόπο να τον αισθανθώ. Ήταν ίσως τα τσιγάρα που θα ήθελα να αγοράζω κάθε μέρα από το περίπτερο, αν είχα αυτήν την ευκαιρία. Αφού λοιπόν αυτή η εφήμερη απόλαυση έφτασε στο τέλος της, μάζεψα τις δώδεκα γόπες και τις έβαλα μέσα στην κόκκινη ομπρέλα, που ήταν η αγαπημένη του και τις φυλάκισα εκεί, ώστε να τον έχω πάντα μαζί μου. Ενας γιος που αγαπάει τον πατέρα του, οφείλει να του φέρεται όμορφα και να τον βγάζει έξω που και που, όταν εκείνος γεράσει και χρειάζεται βοήθεια. Ήρθαν όμως κάτι μπάσταρδοι πριν και μου πήραν την ομπρέλα. Την ανοίξανε και, όπως καταλαβαίνεις, ο μπαμπάς μου χάθηκε. Οι δώδεκα γόπες έκαναν φτερά. Έψαξα να τις βρω αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα είμαι ορφανός. Η ζωή μου αλλάζει και δεν ξέρω αν είμαι έτοιμος γι’αυτό».

» Με συγκίνησες ρε μπαγάσα «, αποκρίθηκε ο μανάβης.

» Δε χρειάζεται να μείνεις ορφανός. Έχασα κι εγώ κάποτε το γιο μου και ποτέ μου δεν το συνήθισα. Αλλά εσύ, ένας τέτοιος άνθρωπος, που αγαπούσες τόσο τον πατέρα σου, δεν πρέπει να μείνεις μόνος. Γίνε ο γιος μου σε παρακαλώ. Την χρειάζομαι αυτήν την αγάπη που κρύβεις μέσα σου. Θα είναι όλα όμορφα στο σπίτι «.

» Ναι μπαμπά, όλα θα είναι όμορφα».

» Απλώς, αν έχω την άδεια σου, θέλω να σε φωνάζω Λευτέρη, όπως έλεγαν το καμάρι μου.. »

» Μπορείς να με φωνάζεις όπως θες. Εγώ το μόνο που θέλω είναι να φωνάζω ‘μπαμπά’ και κάποιος να γυρνάει προς το μέρος μου».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s