Ο χρόνος είναι το παιδί που δε μεγάλωσε || του Rasayana ||

Posted by

Κανένας δεν έχει ποτέ το χρόνο για να κάνει αυτό που θέλει. Όλοι παραπονιούνται και βλασφημούν για αυτόν και καταφέρνουν να σκεπάσουν με όμορφες δικαιολογίες κάτι που λείπει, κάτι για το οποίο ο χρόνος δεν υπήρξε.

Οι άνθρωποι επιμένουμε να κλείνουμε οικειοθελώς τα μάτια μας σε αυτό που ζούμε -ή και όχι- είτε γιατί δε μας εκφράζει, είτε γιατί έχουμε την πολυτέλεια να το κάνουμε.

Αναρωτιέμαι κι εγώ, αν όντως έχουμε αυτήν την πολυτέλεια. Αν όντως ο χρόνος επαρκεί για όλα όσα φανταζόμαστε και είμαστε εμείς απλά οι κακοί διαχειριστές του. Σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να απαντήσω στο συγκεριμένο ερώτημα.

Μπορώ όμως να μιλήσω για το χρόνο και για το πώς αυτός ελέγχει τις ζωές μας. Θα μπορούσα να γράψω μία έκθεση για αυτόν αλλά σίγουρα δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

Ο χρόνος είναι παιδί. Είναι ένα κακομαθημένο παιδί , το οποίο επιλέγουμε να ανατρέφουμε με μία παγιωμένα λανθασμένη τακτική. Κανένας δεν έχει -λογικά- την αίσθηση του χρόνου. Ακριβώς για αυτόν το λόγο, καταστρέφουμε ήρεμα τη σημασία του.

Σίγουρα, δεν μπορεί κάποιος να αδράξει τα οφέλη από μία κατάσταση που στερείται νοήματος. Καθώς υφαίνουμε τις ζωές μας γύρω από την έννοια του χρόνου, παγιδευόμαστε εύκολα σε πράξεις, δράσεις κι αντιδράσεις που δεν έχουν κάποια σημασία και το περίεργο είναι ότι πασχίζουμε να χρωματίσουμε άσκοπα τα λεπτά, τις ώρες, τις μέρες, τις εβδομάδες μας, κρατώντας ένα πινέλο που αφήνει μονάχα γκρίζες κηλίδες.

Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι το γκρι κι οι αποχρώσεις του είναι το κατάλληλο χρώμα για να ντύσει τις μέρες του, βλέπει το δέντρο μόνο και όχι το δάσος.

Ο χρόνος όμως είναι πάντα εδώ για να σου δείξει αυτό που δε βλέπεις. Είναι εδώ για να σου δείξει αυτό το οποίο παραμελείς, ενώ στην πραγματικότητα θα ήθελες να του αφιερώσεις τη δέουσα σημασία, θα επιθυμούσες να το ξεκοκκαλίσεις με κάποιον τρόπο.

~~~~

» Η αίσθηση του χρόνου, είναι κατά κάποιον τρόπο αίσθηση της ελευθερίας» σύμφωνα με κάποιον, ο οποίος στοιχηματίζω πώς την ώρα που το έλεγε, ήταν τύφλα στο μεθύσι.

Η μέθη είναι άλλωστε μία κατάσταση που μας επιτρέπει να φιλοσοφήσουμε σχετικά με απροσδιόριστες έννοιες, όπως ο χρόνος κι ευτυχώς παρατηρείται μία αύξηση των ανθρώπων που επιζητούν παρόμοιες συζητήσεις.

«Ο χρόνος είναι ελευθερία», μου είπε. Εγώ, για να πω την αλήθεια, του απάντησα ότι «δεν αντιλαμβάνομαι τη συγκεκριμένη έννοια στη ζωή μου».

Εκεί που ο χρόνος αρχίζει να καθορίζει τη ζωή μας, αντί εμείς να είμαστε κυρίαρχοι απέναντι του, θαρρώ πως η ελευθερία του ατόμου μας περιορίζεται σημαντικά.

Δεν υπάρχει ελεύθερος άνθρωπος, όσο αυτός επιμένει να ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι του, ακόμα και όταν δεν το χρειάζεται ουσιαστικά.

Φταίμε εμείς φυσικά που του αφήνουμε το ρόλο του πρωταγωνιστή. Φταίμε εμείς, όταν φανερώνουμε τις αδυναμίες που βαστάμε στο προσκεφάλι μας.

~~~~~~~~~~

Όταν με ρωτάνε «τι κάνω» στον ελεύθερο χρόνο μου, σκέπτομαι ότι βρίσκομαι σε έναν απέραντο ποδηλατόδρομο και ρίχνω το βλέμμα μου στις δύο άκρες του δρόμου, διακρίνοντας παντού κάτι δέντρα που καλύπτουν το οπτικό μου πεδίο.

Οπότε απαντώ στην ερώτηση που μου τέθηκε, αποκρινομενος ότι «στον ελεύθερο χρόνο μου κάνω ποδήλατο.»

Κάποιοι ικανοποιούνται με την απάντηση μου, κάποιοι όχι αλλά δε με ενδιαφέρει γιατί οι δεύτεροι ίσως δεν θα ικανοποιουνταν με καμία απάντηση.

~~~~~~~

Η ώρα έχει περάσει τις 7 και οι ετοιμασίες έχουν καθυστερήσει. Η οικοδέσποινα, φανερά αγχωμένη -και ψυχαναγκαστικη- βρίσκεται σε μια κρίση πανικού, καθώς δεν της φτάνει η ώρα για να παρουσίασει ένα σόου στην απόλυτη εντέλεια.

Κοιτάζει το ρολόι της ξανά και ξανά, λες και το βλέμμα της αρκεί για να καθυστερήσει τους δείκτες. Μπορεί και να το πιστεύει όμως. Έχει και αυτή τα δικά της όνειρα. Ο συγγραφέας του κείμενου δεν έχει κανένα δικαίωμα να το κρίνει αυτο.

Σκέφτεται ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση τα φαγητά να είναι έτοιμα στις 9. Θα έχουν έρθει οι καλεσμένοι και θα παραπονιουνται. Αποφασίζει τότε να καλέσει ένα γελωτοποιό για να τους ψυχαγωγησει, ώστε να είναι πιο ευχάριστη η αναμονή.

Τον παίρνει τηλέφωνο και εκείνος με ξεψυχισμενη φωνή συμφωνεί να παραστεί στη βραδιά της λέγοντας απλά «εντάξει».

Η ώρα έχει περάσει τις 8 και οι πρώτοι επισκέπτες χτυπούν την πόρτα. Περιχαρής η ιδιοκτήτρια τους υποδέχεται και αρχίζουν οι φιλοφρόνησεις εκατέρωθεν.

Η βραδιά, έπειτα από απόλυτη ομοφωνία θα ξεκινήσει με ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Καθώς γεμίζουν τα ποτήρια, η πόρτα ξαναχτυπάει και εμφανίζονται οι τελευταίοι φίλοι της Ελένης, οι οποίοι ανέμεναν καιρό αυτή τη συνάθροιση και κρατούν στο χέρι αλλά δύο μπουκάλια με κρασί.

Αρχίζουν κατευθείαν να μιλούν με τους παρευρισκομενους και η Ελένη προσθέτει δύο ποτήρια ακόμα στο τραπέζι.

Η ώρα πλησιάζει τις 9 και τα θέματα στη συζήτηση έχουν αρχίσει να εξαντλούνται. Η Ελένη το καταλαβαίνει αλλά νιώθει μια προσωρινή ανακούφιση καθώς περιμένει το γελωτοποιό. Το ξέρει πολύ καλά ότι με αυτόν στο σπίτι, κανένας δε θα προσέξει την αργοπορία της.

Παρ όλα αυτά η ώρα πλησιάζει τις 10 και η κατάσταση έχει αρχίσει να εξελίσσεται άβολα. Ο γελωτοποιός δεν έχει φανεί, το κατσικακι αρνείται πεισματικά να ψηθεί, οι καλεσμένοι επικροτουν την έλλειψη επικοινωνίας χαζεύοντας στο Facebook και η Ελένη αγχωμένη κοιτάει προς το παράθυρο, μήπως και παρουσιαστεί αυτός που περιμένει.

Καθώς η ώρα είναι έντεκα και οι άνθρωποι στο σαλόνι σίγουρα θα ένιωθα άνετα αν σκότωναν ο ένας τον άλλον μπας και συμβεί κάτι, ακούγεται το κουδούνι. Ενας παρευρισκομενος χαίρεται αλλά γρήγορα κατσουφιαζει μιας και νόμιζε ότι ο ήχος ακούστηκε από το φούρνο.

Η Ελένη αποκτάει μια ζωντάνια που δε συνάδει με την ηλικία της και τρέχει να ανοίξει την πόρτα.

Αναγγέλλει στους φίλους της ότι έχει καλέσει έναν γελωτοποιό επειδή δεν οργάνωσε σωστά το πρόγραμμα της και το φαγητό θα αργησει λίγο ακόμα.

Τότε κάποιος τη ρώτησε γιατί δεν τον κάλεσε νωρίτερα, η Ελένη όμως δεν προλαβαίνει να απαντήσει μιας και ο ψυχαγωγος έχει φτάσει στην είσοδο.

Μόλις τον βλέπει η Ελένη χαίρεται και λυπάται το ίδιο δευτερόλεπτο γιατί βλέπει δύο μάτια θλιμμένα.

Το μόνο που δε θέλει είναι να προστεθεί κάτι αρνητικό σε μια ήδη βεβαρυμενη ατμόσφαιρα.

Ο ίδιος άνθρωπος που τη ρώτησε πριν γιατί δεν τον κάλεσε νωρίτερα, στρέφει το βλέμμα του στον καινούριο επισκέπτη και τον ρωτάει το ίδιο, μπερδεμένος από τα σκοτεινά ματιά που αντικρίζει.

Ο γελωτοποιός τους είπε τότε ότι επίτηδες δεν ήρθε στην ώρα του για να τους τιμωρήσει. Το έκανε αυτό γιατί κατά τη γνώμη του ποτέ κανένας δεν τον καλεί επειδή τον θέλει, μα μόνο επειδή οι άνθρωποι βαριούνται ο ένας τον άλλον για πολλή ώρα και χρειάζονται βοήθεια για να χαμογελασουν.

Μόλις τα άκουσαν αυτά η Ελένη και οι άνθρωποι που είχε βάλει στο σπίτι της, σαστισαν αρχικά, έπειτα κοιταχτηκαν δειλά μεταξύ τους και άρχισαν να αποχωρούν ένας ένας δίχως να πουν καληνύχτα.

Δεκαπέντε λεπτά μετά την ομαδική αναχώρηση από το σπίτι, ακούστηκε ένας θόρυβος αυτήν τη φορά όντως από το φούρνο.

Η Ελένη και ο γελωτοποιός βρίσκονταν αγκαλιασμενοι στο πάτωμα και σκέφτηκαν ότι δεν έχουν χρόνο πια να ασχοληθούν με το κατσικακι.

~~~~

Μία μέρα, σου το υπόσχομαι θα πάμε να χαζεψουμε εκείνες τις βιτρίνες που μου ζητούσες με τόση επιμονή.

Εκείνη τη μέρα δε θα κυλάει η ώρα. Οι δείκτες στα ρολόγια θα έχουν σταματήσει από νωρίς.

Ο χρόνος θα ‘ναι τα πάντα αλλά ταυτόχρονα θα είναι το τίποτα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s