Το μπλε παράθυρο || του Rasayana ||

Posted by

Είχε περάσει όλη του τη ζωή δίπλα στο παράθυρο. Καθόταν με τις ώρες κι αγνάντευε, προσπαθώντας να μη χάσει την παραμικρή λεπτομέρεια απ’ όσα έβλεπε το μάτι. Ο ορίζοντας -αν και ήταν πάντα ο ίδιος- γεννούσε καθημερινά διαφορετικές σκέψεις στη φαντασία του. Ένας ορίζοντας που ντυνόταν με χρυσαφένια και κόκκινα χρώματα, ανάλογα με την ώρα της ημέρας, του έδινε την εντύπωση ότι όλα αλλάζουν. Εκείνος, αν και είχε αποδεχτεί τα γεγονότα, πάντα πίστευε ότι τίποτα δε μένει απαράλλαχτο. Τίποτα δεν επιλέγει να έρπεται ενώ έχει τη δυνατότητα να πετάξει.

Προσπαθούσε να σκιαγραφήσει νοερά οτιδήποτε υπήρχε έξω από το παράθυρο. Οι πολύβουοι ήχοι που συνόδευαν τις μέρες του, είχαν γίνει επιστήθιοι φίλοι που του αποκάλυπταν ποιος περνούσε και γιατί είχε διαλέξει το συγκεκριμένο δρόμο.

Καθώς ζούσε σε πλήρη αρμονία και συγκατάβαση με τα ίδια βουητά, την ίδια ώρα, κάθε μέρα, για τριάντα έξι χρόνια, ήξερε τα πάντα, αν και ζούσε σε πλήρη άγνοια.

~~

Στις εφτά το πρωί ακουγόταν το πρώτο κάλεσμα, καθώς έφτανε ο γαλατάς. Ο θόρυβος της μηχανής του φορτηγού του, τάραζε με τον ίδιο πάντα τρόπο το ξεκίνημα της ημέρας. Με αυτόν τον τρόπο καταλάβαινε ο Λευτέρης ότι άλλη μια μέρα προστίθεται στη ζωή του.

Όταν άκουγε το γαλατά να φωνάζει «έφτασε το γάλα στην πόρτα σας, βγείτε να το πάρετε», σκεφτόταν πάντα ότι ίσως εκείνη τη μέρα δεν τους είχε φέρει γάλα. Ήλπιζε ανυπόμονα ότι θα μπει η μητέρα του στο δωμάτιο και θα κρατούσε ένα ποτήρι με διαφορετικό περιεχόμενο.

Έχοντας εντυπώσει βαθιά μέσα του μια διαφορετική εικόνα για τον κόσμο, θεωρούσε φυσιολογικό το γεγονός ο γαλατάς μια μέρα να αφήσει δυο μπουκάλια με ουίσκι αντί για το συνηθισμένο γάλα. Όταν άκουγε τον άνεμο να λυσομανάει έξω από το σπίτι κι έβλεπε τα δέντρα να χορεύουν ασταμάτητα προς όλες τις κατευθύνσεις, χαμογελούσε. Πίστευε πάντα πως θα φυσήξει ένας διαφορετικός αέρας, πως θα γκρεμιζόταν ολόκληρο το σπίτι, πως το κρεβάτι του θα γίνει κομμάτια και δε θα μπορεί να ξαπλώνει πια σε αυτό.

Στις εννιά, πάντα περνούσε ο ψαράς. Με τη χοντρή φωνή του, ανήγγειλε το μενού της ημέρας. Καθώς τον έβλεπε να πλησιάζει προς την πόρτα του σπιτιού, αντίκριζε το χειρότερο εχθρό του. Πώς να μην είναι εχθρός σου κάποιος που χαίρεται τη θάλασσα όταν εσύ την βλέπεις καθηλωμένος από ένα παράθυρο;

Η θάλασσα ήταν η μόνη επίμονη σκέψη του όλα τα χρόνια. Την είχε δει σε όλες τις μορφές της και με κάποιον περίεργο τρόπο, την είχε ερωτευτεί. Όλα αυτά τα χρόνια, το βαθύ γαλάζιο του Αιγαίου σε συνδυασμό με το απέραντο μπλε του ουρανού, είχαν δημιουργήσει μέσα του την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος ήταν μπλε. Ότι δεν υπήρχε άλλο χρώμα γύρω του.

Η θάλασσα φάνταζε σαν παράδεισος για το Λευτέρη. Συχνά ονειρευόταν ότι δεν είναι κατάκοιτος και ότι κολυμπάει ανέμελα σε μια παραλία με χρυσοπράσινα νερά. Το δροσερό θαλασσινό αεράκι του χαϊδεύει τα μαλλιά και εκείνος γελάει κραυγαλέα. Όταν ξυπνούσε όμως, το επόμενο πρωί, σκεφτόταν ότι δεν πρέπει να ζει μόνο με όνειρα.

Στις έντεκα σχηματιζόταν ήδη το πρώτο μποτιλιάρισμα της ημέρας. Οι μηχανές των αυτοκινήτων ήταν μια γλυκιά μελωδία στα αυτιά του. Ευχαριστιόταν περισσότερο ακόμη τo συνεχές ακουσμα της κόρνας. Οι αγανακτισμένοι οδηγοί ήταν ο αγαπημένος ήχος του μέσα στη μέρα. Ήταν η μοναδική στιγμή που το εικοσιτετράωρο αποκτούσε μια όμορφη ένταση για αυτόν. Μια στιγμή που χανόταν εκείνη η σιωπή, η οποία τον βύθιζε σε έναν λαβύρινθο σκέψεων.

Το μεσημέρι τα παιδιά γυρνούσαν από το σχολείο. Άκουγε τις φωνές τους και αυτή ήταν άλλη μια στιγμή που χαμογελούσε κρυφά. Ο ήχος των παιδιών που γελούσαν, του δημιουργούσε την εντύπωση ότι κάποτε, ήταν κι αυτός παιδί. Αν και ήταν παγιδευμένος σε ένα θλιβερό δωμάτιο, πάντα σκεφτόταν ότι έτρεχε με την παρέα του στο λιμάνι, την ώρα που εφτάναν ή έφευγαν τα πλοία για να χαιρετήσουν τους ταξιδιώτες. Ύστερα, έπαιρναν όλοι μαζί τα ποδήλατα και γυρνούσαν στη γειτονιά για να παίξουν ποδόσφαιρο.

Ήταν τρομακτικό το γεγονός ότι είχε επινοήσει ένα ιδιαίτερα σαγηνευτικό μέρος, λίγο έξω από τη χώρα της Αστυπάλαιας, όπου πήγαινε με τους φίλους του για να μείνουν κάποιες στιγμές μόνοι τους. Το συγκεκριμένο σημείο απείχε γύρω στα δέκα χιλιόμετρα από το κέντρο και δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστό στους υπόλοιπους κατοίκους. Είχαν βρεθεί τυχαία εκεί μια μέρα, εξερευνώντας την περιοχή και από τότε το επισκέφτονταν συχνά. Όποτε ήθελαν να ηρεμήσουν, έπαιρναν τα ποδήλατα και κατέληγαν εκεί. Κατέληγαν στο καταφύγιο που είχαν επιλέξει για τις δύσκολες στιγμές.

~~~

Οι ήχοι την υπόλοιπη μέρα ήταν πάνω κάτω οι ίδιοι. Κυριαρχούσαν οι μηχανές των αυτοκινήτων, τα γέλια των ανθρώπων και οι φωνές πλανόδιων πωλητών, που τύχαινε να περνόυν έξω από το σπίτι, διαφημίζοντας την πραμάτεια τους. Η μόνη διαφορά τώρα ήταν η κόρνα των απογευματινών πλοίων που έμπαιναν ή έβγαιναν από το λιμάνι. Ένας ήχος αδιάφορος αλλά παράλληλα σημαντικός, καθώς υποδείκνυε μία ελαφριά διάσπαση της ρουτίνας. Εκείνος, στο άκουσμα της, προσπαθούσε να μαντέψει αν το πλοίο ερχόταν στο νησί ή όχι, ώστε να απασχολήσει με κάτι τον εαυτό του, τουλάχιστον για δεκαπέντε με είκοσι λεπτά.

Μια φορά θυμάται μόνο να συμβαίνει κάτι απροσδόκητο και να μην ακούει γέλια αλλά κραυγές. Πριν τέσσερα χρόνια, ένα κοριτσάκι είχε ξεφύγει από το χέρι της μητέρας του και βγήκε στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει. Το αυτοκίνητο που περνούσε εκείνη την ώρα τιμώρησε τη συγκεκριμένη απροσεξία και σκότωσε ακαριαία το παιδί. Τα ουρλιαχτά της μάνας τριγύριζαν ακόμα στο μυαλό του. Το «γιατί» που ξεφώνησε με όλη της τη δύναμη, είχε στοιχειώσει πολλά βράδια του Λευτέρη, την ώρα που προσπαθούσε να κοιμηθεί.

Έτσι δηλαδή του εξήγησε η μητέρα του ότι συνέβη, καθώς το κρεβάτι του βρισκόταν σε μία θέση που του επέτρεπε να βλέπει μόνο τον κήπο του σπιτιού, τη θάλασσα και τις ανταύγειες του ουρανού.

~~~

Η μητέρα του ήταν μία εκπληκτική γυναίκα. Είχε παρατήσει οποιαδήποτε ασχολία από τότε που γεννήθηκε ο Λευτέρης. Όταν της ανακοίνωσαν ότι το παιδί της δε θα ήταν σαν όλα τα άλλα, μέσα στα ακατάπαυστα δάκρυα της είπε ότι «το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να τον προσέχει». Οι επισκέψεις της στο δωμάτιο του ήταν ανεξάντλητες. Κάθε μισή ώρα τουλάχιστον άνοιγε την πόρτα για να τον ρωτήσει αν χρειάζεται κάτι, πέρα από τις φορές που έμπαινε αναγκαστικά στο χώρο του για να τον ταϊσει, να τον καθαρίσει και γενικότερα να τον βοηθήσει με τις ανάγκες που απασχολούν κάθε άνθρωπο, πόσο μάλλον έναν κατάκοιτο.

Τα θλιμμένα μάτια της τον ενοχλούσαν πολύ αλλά δεν το έδειχνε ποτέ. Καταλάβαινε ότι αυτά τα τεράστια μάτια δεν μπορούσαν να αποκτήσουν ξαφνικά ένα διαφορετικό τρόπο να τον κοιτάνε. Η ελπίδα που περιδιάβαινε ανάμεσα στη θλίψη και τον πόνο των ματιών της μάλιστα, έδινε μία ανεξήγητη ώθηση στο Λευτέρη για να συνεχίσει να ζει, τουλάχιστον για αυτή τη γυναίκα που όλα αυτά τα χρόνια ζούσε σα να ήταν η ίδια τετραπληγική.

Εκείνη ήταν η μόνη που δεν έφερε καμία αντίρρηση στο γιο της, όταν εκείνος ανακοίνωσε για πρώτη φορά -έχοντας πλήρη συνείδηση- ότι δε θέλει ποτέ να ανέβει στο καροτσάκι που του είχαν αγοράσει. Ήταν η μόνη που στήριξε την επιλογή του να μείνει για πάντα κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να χαζεύει τη θάλασσα ή τον ουρανό, ανάλογα με τη διάθεση του. Ο Λευτέρης είχε δηλώσει ότι «δε θα αγόραζε ποτέ του εισιτήριο για να βλέπει καθισμένος το τρένο της ζωής». Η επιθυμία του ήταν σεβαστή και όλα συνέβησαν, όπως εκείνος επιθυμούσε.

~~~~~

Πολλά βράδια προσπαθούσε να μην κοιμηθεί. Πάλευε μανιωδώς με τον κουρασμένο του εαυτό, ώστε να μην κλείσουν τα μάτια του. Οι ώρες του ύπνου είχαν μετατραπεί σε μία ατελείωτη φρίκη για εκείνον. Τα όνειρα που έβλεπε κάθε βράδυ και έσβηναν μονομιάς, καθώς άνοιγε τα μάτια του, του είχαν δημιουργήσει ένα φριχτό συναίσθημα ανεπάρκειας. Ονειρευόταν την ελευθερία, που δεν ήξερε την πραγματική της έννοια αλλά πίστευε βαθιά μέσα του ότι ήταν αυτό που επιζητούσε. Πολλά βράδια κυλούσαν και ο Λευτέρης ήταν αθλητής. Μπορούσε να παίξει ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλει, χάντμπολ, τέννις, μπορούσε να τρέξει γύρω από αυτόν το στίβο που συνέχεια έβλεπε στην τηλεόραση, μπορούσε να κωπηλατήσει, μπορούσε να σκαρφαλώσει και ν’ αναρριχηθεί σε απέραντες πλαγιές. Ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Δεν ήταν τετραπληγικός.

Σημαντική θέση στα όνειρα του κατείχε μία απροσδιόριστη μορφή, που τραγουδούσε γλυκά μέσα στον ύπνο του, σα να τον προσκαλεί κοντά της με τον πιο ηδονικό τρόπο. Σκεφτόταν ότι ονειρεύεται συνεχώς την ίδια γυναίκα, η οποία όμως κάθε μέρα είχε διαφορετικό πρόσωπο. Πίστευε ότι η στέρηση του από την επαφή με μια γυναίκα όλα αυτά τα χρόνια, αποκτούσε ανθρώπινη μορφή και ερχόταν κάθε βράδυ στον ύπνο του, εκπροσωπώντας όλες τις γυναίκες που θα είχαν περάσει απ’ τη ζωή του, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

Πολλές φορές όμως, θεωρούσε ότι αυτή η μορφή που έρχεται απροσκάλεστη κάθε βράδυ, μέσα στα πιο βαθιά του όνειρα, δεν ήταν άλλη από τη μητέρα του. Ήταν η μοναδική γυναίκα που είχε δει μέχρι τότε, οπότε σκεφτόταν ότι μέσα στην παράνοια που έντυνε τη ζωή του, είχε το δικαίωμα να την μεταμορφώνει όπως εκείνος το επιθυμούσε.

Τα βράδια που ακολουθούσαν κάποια πρωινά, μεσημέρια κι απογεύματα, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν έκανε τίποτα άλλο πέρα από το να κοιτάει έξω από το παράθυρο, συχνά ονειρευόταν ότι είναι πουλί. Για κάποιο λόγο που αγνοούσε, θαύμαζε αυτές τις μαύρες κουκκίδες που διέκοπταν στιγμιαία το μπλέ του πάνω ορόφου. Στα όνειρα αυτά, πετούσε αδιάκοπα όλη τη μέρα και δεν κοιμόταν ποτέ. Πρωί και βράδυ έσκιζε ορμητικά τον ουρανό, πότε μόνος, πότε με σμήνη πουλιών που συναντούσε τυχαία. Όσο κι αν πετούσε παρ’όλα αυτά, ποτέ δεν εφτάνε στο μέρος που ήθελε για να ξεκουράσει τις ταλαιπωρημένες φτερούγες του. Που και που αντίκριζε κάτι φθαρμένες οφθαλμαπάτες να τον ξεγελούν, εκείνος ήξερε όμως ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να συνεχίσει να πετάει. Στη ζωή του ήταν καταδικασμένος σε ένα κρεβάτι. Στο όνειρο ήταν φυλακισμένος στον ουρανό.

~~~~~

Χωρίς να το έχει επιλέξει, η τηλεόραση έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Σε ένα τετράγωνο κουτί, που βρισκόταν ευθεία απέναντι από το κρεβάτι του, είχε βρει όλα όσα έβρισκαν οι άνθρωποι που περπατούσαν έξω από το δωμάτιο του. Βλέποντας ασταμάτητα τηλεόραση γνώρισε τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία, τα τρένα, τις αγκαλιές, τα μαγαζιά, τις παραλίες και οτιδήποτε άλλο περιβάλλει τη ζωή μας. Είχε μάθει απ’ έξω το πρόγραμμα των καναλιών όλης της εβδομάδας και καμιά φορά φώναζε τη μητέρα του στο δωμάτιο να του κάνει ερωτήσεις σχετικά με αυτό. Όταν απαντούσε λάθος, το πρόσωπο του μελάνιαζε και την έδιωχνε από το χώρο του για να μείνει μόνος και να σκεφτεί για ποιο λόγο δεν απάντησε σωστά.

Στο γραφείο που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι του, υπήρχε ένα στρογγυλό ρολόι που είχε σταματήσει να λειτουργεί τους τελευταίους μήνες. Για να ξεγελάει τις μέρες του -που φάνταζαν απελπιστικά ίδιες- σκεφτόταν ότι οι δείκτες λειτουργούν κανονικά. Ότι δε σταμάτησαν ποτέ να γυρνάνε. Καθόταν και μετρούσε τα λεπτά σε ένα ρολόι που σίγουρα δεν έδειχνε την ώρα. Κάνοντας να ακούγεται από το στόμα του ένα υπόκωφο τικ-τακ, σκεφτόταν ότι το ρολόι λειτουργούσε στην εντέλεια και προσπαθούσε να μη χάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Ήταν τόσο προσηλωμένος στην εργασία του, ώστε αρκετές μέρες πέρασαν δίχως να καταλάβει τι συνέβη. Ο στόχος του ήταν να φτάσει μια μέρα που θα τη μετρήσει ολόκληρη μέσα από το χαλασμένο ρολόι του γραφείου του.

~~~~~~~~~~

Οι συννεφιασμένες ημέρες του δημιουργούσαν το πιο ευχάριστο αίσθημα. Όταν ο ουρανός πύκνωνε ακατάσχετα από σύννεφα, είχε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το μοναδικό όπλο που διέθετε για να απασχολήσει τον εαυτό του. Τη φαντασία του.

Περνούσε αμέτρητες ώρες επιχειρώντας να δώσει μορφή στα σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό. Τις περισσότερες φορές σκεφτόταν ότι ήταν άνθρωποι και προσπαθούσε να τους δώσει το κατάλληλο όνομα. Έπειτα, όπως τα κοιτούσε από μια άλλη οπτική, τα έκανε πρωταγωνιστές σε ιστορίες που επινοούσε εκείνη τη στιγμή.

Η αγάπημένη του ιστορία δημιουργήθηκε στα πρόθυρα μιας μεγάλης καταιγίδας που τάραξε για τα καλά ολόκληρο το νησί -όπως το μετέδωσαν οι ειδήσεις-, καθώς είχε κοπεί το ρεύμα για αρκετές ώρες. Τα σύννεφα που είδε εκείνη τη μέρα να σκοτεινιάζουν απότομα έναν απόλυτα ηλιόλουστο ουρανό, ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, «το τρομακτικότερο θέαμα που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του».

Καθώς παρατηρούσε έντρομος την αντικατάσταση του ήλιου από ένα παχύρρευστο νεφώδες πλέγμα, φαντάστηκε ότι βλέπει δυο άλογα στον ουρανό, αντικριστά το ένα από το άλλο, να κοιτιούνται στα μάτια. Αυτή ήταν η εντύπωση του, όσον αφορά τα σύννεφα εκείνη την ημέρα. Τότε φαντάστηκε ότι τα δύο ζώα αφού αντάλλαξαν τις απαραίτητες ματιές, ευθύς άρχισαν να τρέχουν κολλητά το ένα στο άλλο, σε κάτι ολάνθιστα λιβάδια που το μάτι χανόταν ανάμεσα στην πανδαισία των χρωμάτων που υπήρχε.

Τα άλογα έτρεχαν ασταμάτητα σα να ήθελαν να ξεφύγουν από κάποιον που τα καταδίωκε. Όταν έφθασαν στην είσοδο του δάσους, ακολούθησαν ένα ιδιαίτερα στενό μονοπάτι, γνωρίζοντας ότι από εκεί θα κατευθύνονταν προς τη ρεματιά για να δροσιστούν. Ήλπιζαν ότι μπαίνοντας από εκείνο το κακοτράχαλο δρομάκι, θα αποθάρρυναν αυτόν που τα ακολουθούσε, ώστε να μη συνεχίσει την καταδίωξη.

Μόλις έφτασαν στη ρεματιά, τα άλογα είδαν δυο παιδιά να πλατσουρίζουν στην δεξιά όχθη του ρέματος. Τα παιδιά όμως, δεν έπαιζαν. Τα παιδιά έκλαιγαν και το κλάμα τους δεν ήταν καθόλου ευδιάκριτο στην αρχή, καθώς τα νερά που πετούσαν το ένα στο άλλο, εμπόδιζαν όποιον βρισκόταν κοντά τους να καταλάβει τι συμβαίνει.

Όταν τα άλογα πλησίασαν τα παιδιά και είδαν τα θλιμμένα πρόσωπα τους, ενδιαφέρθηκαν να μάθουν τι ήταν αυτό που τους προξενούσε δυσφορία. Τα δυο παιδιά, λες κι ήταν συννενοημένα, αποκρίθηκαν σθεναρά την ίδια στιγμή ότι «τα ενοχλούσε το νερό. Τα ενοχλούσε το συγκεκριμένο ρέμα γιατί μια μέρα που είχε βρέξει πολύ και κατέβαινε το νερό με μία ασυγκράτητη ορμή, παρέσυρε τους γονείς τους που βρίσκονταν εκεί για να πλύνουν τα ρούχα τους».

Τα άλογα σώπασαν ξαφνικά και το βλέμμα τους θαρρείς απέκτησε μια βλοσηρότητα και μία θλίψη που τρόμαξε τα παιδιά. Τότε, τα δύο ζώα είπαν στα πιτσιρίκια ν’ ανέβουν πάνω τους, να τα καβαλήσουν και θα προσπαθούσαν με τη σειρά τους να τους φτιάξουν τη διάθεση.

Τα παιδιά καβάλησαν τα άλογα και μέσα σε λίγες στιγμές είχαν βρεθεί να πετάνε ψηλά στον ουρανό, τσιμπώντας δυνατά τα χέρια τους για να καταλάβουν αν αυτό που ζούσαν ήταν όντως αληθινό.

Ο Λευτέρης φαντάστηκε τα δύο άλογα με τους νεαρούς αναβάτες τους να περνάνε έξω από το παράθυρο του και λυπήθηκε πολύ εκείνη τη στιγμή γιατί δεν μπορούσε να κουνήσει τα χέρια του και να χαιρετίσει τους πρωταγωνιστές του.

~~~~~~~~~

Οι ηλιόλουστες μέρες -που ήταν κι οι περισσότερες- αντίθετα, του δημιουργούσαν ένα είδος ασφυξίας. Μια μέρα το συζητούσε αυτό με τη μητέρα του και όταν εκείνη τόλμησε να εκφράσει την άποψη ότι «αυτό ήταν περίεργο», ο Λευτέρης ούρλιαξε τόσο δυνατά που για κάποια λεπτά έπειτα, ανάσαινε με μία δόση δυσκολίας. Μόλις κατάφερε να συνέλθει, σκέφτηκε ότι είχε τόσα πράγματα να πει για αυτό που του είπε η μητέρα του. Δίχως να διστάσει, της επιτέθηκε φραστικά και θα σας παραθέσω τα λόγια του ακριβώς όπως τα είπε, διότι έχει μεγάλη σημασία να διαβαστούν όσο πιο αυθεντικά γίνεται.

» Εσύ που λογίζεις τον εαυτό σου για μάνα, μάλλον δεν είσαι κατάλληλη για αυτόν το ρόλο. Δεν αξίζεις καν να είσαι μάνα ενός τετραπληγικού. Δεν αξίζεις να είσαι η δικιά μου μάνα. Γιατί η μάνα μου θα καταλάβαινε ότι ο ήλιος κάνει τους ανθρώπους να χαίρονται και όχι τα τέρατα. Γιατί η μάνα μου θα καταλάβαινε ότι ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό για να χαρίσει το φως του στους ανθρώπους που τρέχουν, γελάνε, περπατάνε και κολυμπάνε στη θάλασσα και όχι για να το χαρίσει σε εμένα που τον βλέπω για τρεις ώρες μόνο κάθε μέρα, πίσω από ένα αναθεματισμένο παράθυρο. Αλλά ξέρεις τι άλλο είναι περίεργο; Είναι περίεργο που επέλεξα εγώ ο ίδιος να μη γνωρίσω ποτέ τον κόσμο έξω από αυτό το σπίτι. Είναι περίεργο που σκέφτηκα εσένα πρώτα απ’όλα, ώστε να μη χρειαστεί να με κουβαλάς δεξιά κι αριστερά. Είναι περίεργο που δεν επιθύμησα ποτέ το καροτσάκι να γίνει προέκταση του χεριού σου, ώστε να ικανοποιήσεις ακόμα και τις πιο άρρωστες, τις πιο ακόρεστες επιθυμίες μου. Είναι περίεργο που αποκαλείς εμένα περίεργο, το ίδιο και τις σκέψεις μου. Μπορώ όμως μάνα να σου πω και άλλα πράγματα που είναι περίεργα. Ξέρεις τι εννοώ; Πες μου! Ξέρεις; Είναι περίεργο που δεν περπάτησα ποτέ δίπλα στην προκυμαία ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων. Είναι περίεργο που δεν ερωτευτήκα ποτέ στη ζωή μου μια γυναίκα. Κι αν ήξερες τι έρωτα κρύβω μέσα μου, ακόμα κι εσύ που είσαι μάνα μου, θα ένιωθες την καρδιά σου να σκιρτάει για εμένα. Είναι περίεργο που δεν κολύμπησα ποτέ μου σε αυτήν τη ρημαδιασμένη θάλασσα που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρο. Είναι περίεργο που δεν αγκάλιασα ποτέ μου έναν άνθρωπο για να καταλάβω πώς νιώθεις όταν σε αγκαλιάζουν, όπως το βλέπω στις ταινίες. Είναι περίεργο που δεν πήγα ποτέ μου σε μία θεατρική παράσταση, σε μία συναυλία, στον κινηματογράφο. Αλήθεια μάνα, υπάρχουν όλα αυτά που σου λέω; Ε; Πες μου αν μπορείς! Πες μου ότι δεν υπάρχουν. Πες μου ότι όλοι οι άνθρωποι που απαρτίζουν τον κόσμο είναι καθηλωμένοι σαν κι εμένα και διασκεδάζουν μετρώντας τις ρωγμές που άφησε στον τοίχο ο προπέρσινος σεισμός! Πες μου ότι είναι έτσι σε παρακαλώ! Πες μου ότι οι άνθρωποι δεν αγαπιούνται, δεν ερωτεύονται, δε γελάνε, δεν κολυμπάνε, δεν πάνε στο θέατρο! Πες μου ότι εκτός από εσένα δεν υπάρχει κανένας άλλος εκεί έξω που να μπορεί να περπατήσει! Πες το μου! Γίνε η μάνα μου για μια φορά μονάχα! »

Μετά το ξέσπασμα του Λευτέρη, η μητέρα του αποχώρησε σιωπηλά από το δωμάτιο. Τα κλάματά της κράτησαν για αρκετές ώρες και ο κατάκοιτος γιος της, της φώναζε συνέχεια ότι «έκανε φασαρία και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί».

~~~~~

Πέρασαν αρκετές ημέρες και η μητέρα με το γιο δεν είχαν κάποια επαφή. Μάλιστα εκείνη προσέλαβε και μια κοπέλα να προσέχει το Λευτέρη, ώστε να μη χρειάζεται να μπαίνει πια στο δωμάτιο του. Αρκετά παράδοξο βέβαια γιατί τούτοι οι δύο άνθρωποι είχανε μόνο ο ένας τον άλλον στον κόσμο. Και τους έβλεπες να κάθονται σε διαφορετικά δωμάτια και να τρώγονται με τα ρούχα τους, μα κανένας από τους δύο να μην κάνει το πρώτο βήμα για τη σύσφιγξη των σχέσεων.

Κι όπως περνούσε ο καιρός και εκείνοι δε μιλούσαν, ο Λευτέρης αναθεωρούσε κάποια πράγματα και πίστευε πλέον ότι η Κατερίνα, η κοπέλα που τον βοηθούσε στην καθημερινότητα του, ήταν εκείνη η μορφή που εμφανιζόταν στα όνειρα του και τον προσκαλούσε στα άδυτα του σφριγηλού κορμιού της. Μάλιστα μια μέρα της το είπε κιόλας, ότι πιστεύει πως την ονειρεύεται κάποια βράδια, εκείνη όμως δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία και απλώς συνέχισε να τον ταϊζει.

Η ζωή του κυλούσε σχετικά ήρεμα, με την ίδια ρουτίνα να εκτυλίσσεται καθημερινά και τους ίδιους τρόπους διασκέδασης να κατέχουν την προνομιούχο θέση που είχαν πάντα στις ορέξεις του.

Το μόνο του παράπονο ήταν ότι καθώς κυλούσαν οι μέρες, είχε αρχίσει να πονάει έντονα η μέση του και δε βολευόταν στο κρεβάτι του, όπως πρωτύτερα. Αυτό τον εμπόδιζε επίσης από το να απολαμβάνει το μπλε της θάλασσας και του ουρανού. Πλέον, το τμήμα του ουρανού που είχε υπό τον έλεγχο του, είχε μικρύνει σημαντικά.

~~~~~~

Πέρασαν δυο μήνες από εκείνη την περίεργη συζήτηση μεταξύ του Λευτέρη και της μητέρας του. Δεν είχαν ξαναμιλήσει, ούτε είχαν ιδωθεί για να πούμε την αλήθεια. Ακριβώς με τη συμπλήρωση αυτής της επετείου, στις εικοσιτρείς αυγούστου του χίλια εννιακόσια ογδόντα τέσσερα, η Κατερίνα μπήκε στο δωμάτιο του Λευτέρη και του ανακοίνωσε ότι «η μητέρα του ήταν νεκρή. Ο γιατρός που την εξέτασε αποφάνθηκε ότι η γριά προδόθηκε από την καρδιά της, λίγες ώρες πριν».

Μόλις το άκουσε αυτό ο Λευτέρης σάστισε. Σίγουρα δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις το τελευταίο διάστημα αλλά το ήξερε πως ήταν η μάνα του. Κάποια δάκρυα κύλησαν στιγμιαία και χρωμάτισαν τα χλωμά μάγουλα του, γρήγορα όμως αυτά σταμάτησαν και είπε στην Κατερίνα να αναλάβει αν μπορεί τις πρωτοβουλίες για την κηδεία της. Εκείνη συμφώνησε και ύστερα βγήκε από το δωμάτιο του.

Σκέφτηκε τότε ότι δε στεναχωρέθηκε και τόσο πολύ στο άκουσμα της είδησης. Από τη μία η συγκεκριμένη γυναίκα βρισκόταν σε αρκετά προχωρημένη ηλικία κι απ’ την άλλη ο θάνατος σαν έννοια και σα φαινόμενο δεν μπορούσε να του προκαλέσει κάποια έκπληξη, σκεπτόμενος ότι ο ίδιος ζει και τα τριάντα έξι χρόνια της ζωής του ουσιαστικά σαν ένας πεθαμένος, έχοντας προχωρήσει σε μία διατριβή των αντικειμένων που υπήρχαν στο δωμάτιο και του μπλε χρώματος που τόσο επίμονα φανερωνόταν από το παράθυρο του.

Ύστερα από λίγα λεπτά η Κατερίνα ξαναμπήκε στο δωμάτιο του. Τα είχε κανονίσει ήδη όλα. Του είπε πως «η κηδεία θα γίνει αύριο στις δέκα και θα ήταν καλό να παρευρεθεί κι αυτός στην τελετή».

Ο Λευτέρης τότε, κοιτώντας το χαλασμένο ρολόι που βρισκόταν δίπλα του, της είπε πως «αυτό θα ήταν αδύνατο γιατί κάθε πρωί στις δέκα ακούγεται η κόρνα του πλοίου και εκείνος έπρεπε να βρίσκεται στο δωμάτιο του για να μαντέψει αν το καράβι μπαίνει ή βγαίνει από το λιμάνι».

Ύστερα κοίταξε από το παράθυρο του τη θάλασσα, έφερε στο μυαλό του για κάποια δευτερόλεπτα το πρόσωπο της μητέρας του και σκέφτηκε ότι το μόνο πράγμα που θα ήθελε, όταν πεθάνει κι αυτός, είναι, εκεί που θα πάει, να έχει απελευθερωθεί από τους δεσμούς της τετραπληγίας του για να μπορεί να κολυμπάει ελεύθερα, όσες ώρες επιθυμεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s