Ο Παραμυθάς || Του Prattler

Posted by

Είμαι ένας Παραμυθάς. Δουλειά μου είναι να ζωγραφίζω με την πέννα μου τις πιο όμορφες ιστορίες, ιστορίες με ιππότες, δράκους, τέρατα, πριγκίπισσες, μάγους, ξωτικά, νάνους και τα λοιπά.

Υπηρετώ την απάντηση του αιώνιου ερωτήματος «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» που έθεσε πριν πολλά, πολλά χρόνια,ένας νεαρός στην Αγγλία. Υπηρετώ τη ζωή και τη διαιώνισή της. Υπηρετώ αυτούς που «Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, και σε κοιτάζουν, με μάτια σαν κι αυτά, όταν ξυπνούν, στις δύο η ώρα.» Είμαι ο υπηρέτης της χαράς της ζωής, του ονείρου και της ανεμελιάς. Δουλεύω για τα παιδιά, και την ευτυχία και τη ραστώνη που εκπέμπουν εκ φύσεως και εξ ορισμού.

Ήρθε η ώρα να εξασκίσω, λοιπόν, το ανώτατο αυτό λειτούργημα που ανέλαβα. Ρίχνω τσάι στην κούπα μου, πιάνω το σημειωματάριό μου και βγαίνω στο μπαλκόνι. Γαλήνια βραδιά και απαρχές Άνοιξης. Ότι καλύτερο για να εμπνευστείς μια πανέμορφη ιστορία. Στρίβω κι ένα τσιγάρο, αφήνομαι στην παραζάλη της νικοτίνης για μία στιγμή, και ξεκινώ να κρατώ σημειώσεις.

~
Θυμάμαι πριν λίγο καιρό ξαναείδα την εικόνα εκείνου του μικρού προσφυγόπουλου, του Αϊλάν, σε ένα ποίημα μιας αγαπημένης ψυχής. Πέντε ετών, νεκρός στην ακτή μιας ξένης χώρας, ψάχνοντας καταφύγιο απ’ τις βόμβες. Σε ποιο παιδί αξίζει να ζει τις φρίκες ενός πολέμου; Τις φρίκες ενός εμπάργκο; Μιας σιτοδείας; Όχι, όχι, δεν αξίζει κάτι τέτοιο σε ψυχούλες…

Συνειρμικά , λόγω της «ξενικότητας» του ονόματος του μικρού μάρτυρα, ο νους μου τρέχει προς τον Αμίρ… Ναι, τον μικρό αυτό ήρωα. Αυτόν που κουβαλούσε την ελληνική σημαία και οι «πιο Έλληνες» του βανδάλησαν το σπίτι επειδή θεώρησαν πως αυτό που έκανε ο μικρός βλάσφημος νεαρός ήταν ατιμία προς το σύμβολο. Ε τώρα,ξένος να κουβαλά την ελληνική σημαία; Απαπα, όχι…

~

Αηδίασε ξαφνικά από το τσάι. Χρειαζόταν κάτι δυνατό. Έπρεπε να ξεχάσει αυτά που σκεφτόταν. Δεν είναι σκέψεις αυτές για να γράψεις κάτι για τα παιδιά. Τουλάχιστον όχι για το λειτούργημά του. Αυτός δεν το έκανε για να κερδίσει Πούλιτζερ ούτε γιατί ήταν πολεμικός ανταποκριτής. Αυτός ήταν Παραμυθάς. Έπρεπε να γράψει κάτι όμορφο.

Επέστρεψε με ενα ποτηρι με ουίσκυ και δύο παγάκια. Ήπιε μια γεμάτη γουλια και άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Το ουίσκυ το απεχθάνονταν,αλλά τον χτυπούσε κατευθείαν. Ήδη ένιωσε μια ελαφριά ζαλάδα και προς στιγμήν θυμήθηκε πως πρέπει να γράψει ένα παραμύθι. Είδε τον ξάστερο ουρανό και κάπως γαλήνεψε, γέμισε τα πνευμόνια του φρέσκο ανοιξιάτικο αέρα και έκανε να συνεχίσει το έργο του.Φευγαλέα κοίταξε το σημειωματάριό του, τυπικά για να επιβιώσει την ύπαρξή του. Αυτό όμως που αντίκρυσε,τον τρέλανε.

Το σημειωματάριο ήταν γεμάτο ακατανόητες λέξεις,μπλεγμένες μεταξύ τους. Δεν έβγαζες κάτι παρά τα πρώτα γράμματα των λέξεων, έπειτα στο αλαλούμ των υπολοίπων λέξεων χανόσουν. Μόνο που στην κάτω μεριά των σελίδων του σημειωματάριου,είχε γράψει με κεφαλαία, καθαρά γράμματα:

«ΠΑΤΡΙΣ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΜΑΛΑΚΙΑ»

Τινάχτηκε προς τα πίσω, έβρισε μέσα του καθώς το τσιγάρο έπεσε από το τασάκι και κύλισε στο παντελόνι του, το άρπαξε γρήγορα,το τοποθέτησε ξανά εκεί, τίναξε τις στάχτες από πάνω του και ούρλιαξε μέσα απ’ τα δόντια του. Με τρεμάμενο χέρι έπιασε το ποτήρι του, το ήπιε μονορούφι, και σηκώθηκε να βάλει άλλο ένα,φανερά εκτός εαυτού.

Εκκλησία και πατρίδα. Ταμπέλες που έχουν ακόμη και τα παιδιά. Ο Αϊλάν ήταν και ξένος και αλλόθρησκος από «εμάς». Από αυτούς. Ο Αμίρ επίσης. Τι βλακείες! Αυτοί που όρμηξαν στο σπίτι του παιδιά δεν ήταν ποτέ τους; Τους ένοιαζε τότε αν ο συμπαίκτης του στην οικοδομή της πολυκατοικίας ή αυτός που κυνηγούσε στα διαλείμματα ήταν μαύρος , ξανθός ή μπλε; Η τους ένοιαζε το περίεργο όνομά του/της;

«Έτσι πάει» σκέφτηκε. «Το παραμύθι στο πουλάνε όταν είσαι μικρός και ασόβαρος. Είσαι, λέει, Έλληνας και Χριστιανός. Τούρκος και μουσουλμάνος. Έπειτα σε ποτίζουν, υποσυνείδητα κυρίως, μηνύματα που πάλι λόγω του νεαρού της ηλικίας αδυνατείς να συλλάβεις. Έτσι σε θέλουν άλλωστε, ακόμη κι όταν αυτό το νεαρό πάψει. Και παύει απότομα.

Κάποια στιγμή φτάνεις σε μέρες ζωής που πρέπει ξαφνικά,επειδή έφτασες σε έναν αριθμό , που υποδηλώνει μια τεχνητή μονάδα μέτρησης του χρόνου, που ο άνθρωπος ο ίδιος εφήυρε για να συντονίζεται καλύτερα, να φύγεις από τη «φωλιά» . Κι έτσι, είτε έχεις δυνατά είτε αδύναμα φτερά, πρέπει να πετάξεις. Απαρνήσου το υποσυνείδητό σου που στο τάισαν ανικανότητα, βρες τη δύναμη που χρειάζεται όταν είσαι ένα βήμα απ’ το «θάνατο» , και μέχρι το τέλος της ζωής σου, επιβίωσε. Διαφορετικά, γίνε βορά στ’ αρπακτικά. Ένα με το χώμα.

Πατρίδα,θρησκεία. Ο κόσμος που ζούμε είναι άρρωστος. Είναι πιο ψεύτικος από τα παραμύθια. Βασίζεται στην μεροληπτική και βίαιη αγάπη για κάτι αφηρημένο και αόριστο. Αυτή η «αγάπη» μας τυφλώνει. Όλα διαστρεβλωμένα και περίεργα μας τα πασάρουν. Από πότε η αγάπη σκοτώνει; Από πότε η αγάπη σπέρνει μίσος; Από πότε η αγάπη έγινε δικαιολογία για όλα τα ορφανά,τα πεινασμένα, τα νεκρά παιδιά; Από που κι ως που στο όνομα της ειρήνης σκοτώνεις παιδιά και γονείς; Πως καταντήσαμε πιο ζώα απ’τα ζώα;

~~

Κούνησε το κεφάλι του πέρα-δώθε και έδιωξε τις κακές αυτές σκέψεις. Προσπάθησε, τουλάχιστον. Στο μυαλό του που πλέον ήλεγχε με δυσκολία γυρνούσαν πολλά. Προσπάθησε να επικεντρωθεί στο λειτούργημα του. Έπρεπε να χτίσει γρήγορα ένα σενάριο για να ξεχαστεί απο τις μαύρες σκέψεις που τον κατέκλυσαν. Νοητά , ζωγράφισε ένα δωμάτιο, κατά τα μεσάνυχτα, και την αόριστη μορφή ενός μπαμπούλα να περιφέρεται εκεί…

«Έχουμε γίνει οι Μπαμπούλες που άλλοτε μας τρόμαζαν» ψέλλισε απογοητευμένος που για άλλη μια φορά το μυαλό του ταξίδευε στο αντίθετο ρεύμα της οδού σκέψεων. Πλέον όμως ήταν αργά. Δεν υπήρχε λόγος να αμυνθεί.

Κάποτε η οικογένεια και οι συγγενείς τον φοβέριζαν πως αν δεν κοιμηθεί ο Γιούφτος θα έρθει και θα τον μαζέψει,να τον πάει σπίτι του να τον φάει. Και να σου που μόλις έλεγαν για το Γιούφτο, πιεζόταν για να κοιμηθεί.

Εν τέλει στο σχολείο υπήρχαν πολλοί γύφτοι. Και κατάλαβε πως κανείς Γιούφτος δεν είχε σκοπό να τον φάει. Ένα ψέμα ήταν για να πετύχουν το σκοπό τους. Ποιος να το ήξερε που χρόνια αργότερα θα τους γύριζε μπούμερανγκ αυτή η πολιτική.

Τους ζηλεύανε τους Γιούφτους. Αυτοί βλέπεις ήταν οργανωμένοι μεταξύ τους. Προστάτευαν τα μέλη της κοινότητάς τους. Δεν διατηρούσαν τους «καθωσπρέπει» τύπους. Θα φώναζαν μέσα στο δρόμο, θα έβριζαν, θα κάπνιζαν, θα χόρευαν. Αν τα έκανε κάποιος άλλος αυτά,ήταν για δέσιμο. Κατάλαβες την τραγική ειρωνεία; Ο ελεύθερος είναι παρίας, κακός, επικίνδυνος. Ο καταπιεσμένος και περιορισμένος είναι ο σωστός, το πρότυπο , η συνταγή της επιτυχίας και της ευτυχίας.

Ώρες ώρες σκεφτόταν αν όντως έγινε ο ελεύθερος, ανέμελος και χαρούμενος Γιούφτος που θέλησε ή είχε μετατραπεί σε Boogeyman, ένα μυθικό φωτοφοβικό πλάσμα που τρέφονταν με το συναίσθημα του φόβου που προκαλούσε στα παιδιά τα άγρια χαράματα. Τον έπιασε απελπισία που έβρισκε κοινά μεταξύ του εαυτού του και του απεχθούς αυτού κτήνους. Αλλά η αλήθεια αυτή ήταν. Εκμεταλλεύονταν τα συναισθήματα που προκαλούσε στα παιδιά για να ζήσει. Με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’τους υπόλοιπους, τα ξεγελούσε.

Υπάρχει άραγε κανείς που να μην εκμεταλλεύεται τα παιδιά;

~

Οι σκέψεις είχαν παραγίνει κακές. Αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε όλο αυτό. Κοίταξε γύρω του: Πότε επέστρεψε από τον πάγκο,ήπιε όλο το ουίσκυ, κάπνισε ένα,δύο, τέσσερα τσιγάρα και μουτζούρωσε όλο το σημειωματάριο ούτε που θυμάται. Αυτή τη φορά ωστόσο δε φρίκαρε. Ίσα ίσα χαμογέλασε, ενθυμούμενος τον αγαπημένο του ήρωα, τον Winston Smith, που έζησε κάπου στις δυστοπικές φαντασιώσεις του Orwell, στο μακρινό 1984. Είναι δύσκολο να ελέγξεις τις σκέψεις σου. Όσο το παλεύεις,τόσο χειρότερα νιώθεις. Όσο τις καταπιέζεις, τόσο πιο δυνατά επιστρέφουν και σε στοιχειώνουν. Μια σκέψη που κάποτε έπνιξες θα εμφανιστεί ως απωθημένο αργότερα. Θα σε κατατρώει κάθε μέρα. Και άντε σκότωσε το απωθημένο. Η σκέψη όταν σκοτώνεται μπορεί και να μη πονέσει τόσο,το απωθημένο όμως πονάει, μολύνει. Μπορεί να σε ελέγξει. Όπως έκανε τώρα…

~

Είμαι ο Παραμυθάς. Μα ακόμη και εγώ έχω πλέον πειστεί πως δεν ειν’ καιρός για παραμύθια. Έχει άλλωστε πολλά παραμύθια εκεί έξω που δεν απευθύνονται μόνο σε παιδιά. Και είναι επικίνδυνα αυτά τα παραμύθια, ειδικά όταν τα παίρνεις στα σοβαρά και ζεις «πίσω απ’ τον κόσμο», που κάποτε άκουσα στο χωριό μου να λέει ένας γέρος.

Η διαφορά των παιδιών με τους ενήλικες είναι ότι τα παιδιά δεν έχουν ευθύνη. Δυστυχώς όμως τα περισσότερα παιδιά, όταν πλέον γίνονται ενήλικες,εξακολουθούν να μην αναλαμβάνουν ευθύνες. Ζουν σε ένα παραμύθι που κάποιος ατάλαντος έχτισε για να τους εκμεταλλεύεται. Και εφόσον οι ενήλικες είναι ανεύθυνοι και οι παραμυθάδες αυτοί ατάλαντοι, πρέπει να αναλάβω δράση.

Σκότωσα τις πριγκίπισσες, διαμέλισα τους χωρικούς. Το πριγκιπόπουλο πήδηξε από τον πύργο και η κακιά μάγισσα έκαψε όλο το χωριό.

Οι γίγαντες ψέκασαν με Αροξόλ τις νεράιδες, έσκαψαν ένα ποτάμι που οδήγησε τη Λίμνη στο χωριό των Νάνων και τους έπνιξε όλους. Με τη σειρά της, η λίμνη στέγνωσε και σκότωσε και τη φύση γύρω γύρω.

Δεν ειν’ εποχή αυτή για να είσαι παιδί…

Δεν είν’ καιρός αυτός για Παραμύθια…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s