Μια βόλτα στο φεγγάρι || του Rasayana ||

Posted by

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ήταν μια ήσυχη μέρα, νωχελικά κυλούσαν οι δείκτες του ρολογιού -μπορεί να μην κυλούσαν και καθόλου- όταν μου το είπε.
«Δε βαρέθηκες μωρέ»;
«Βαρέθηκα».
«Πάμε μια τσάρκα στο φεγγάρι»;
«On y va».

 

|||—|||

 

Είναι κι αυτές οι ρημάδες οι στιγμές, που το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Ναι, συμβαίνει κι αυτό, εντελώς αναπάντεχα βέβαια, όλες σχεδόν τις φορές. Αγγίζεις τα όρια με τα οποία έφραξες το ποτάμι, πριν καταλήξει στη θάλασσα.

 

|||—|||

 

Μετά από κάποια λεπτά, φτάσαμε στο σπίτι της. Όπως πάντα, με πήρε μια μεγάλη αγκαλιά.
«Θα ‘ναι όμορφα εκεί», είπε.
Είχα μάθει πριν λίγες μέρες ότι πήγε κρυφά εκεί, πριν πέντε ή έξι μήνες. Δεν έχει σημασία άλλωστε. Κουβέντα όμως δεν είπε γι’ αυτό.

Εγώ, πρώτη φορά βρισκόμουν στα λημέρια τούτα και δεν είχα ιδέα για το τι θα συνέβαινε.
Θυμάμαι μοναχά να τη ρωτάω «πώς θα πάμε μέχρι εκεί».
«Άνοιξε εκείνη την πόρτα, τη σιδερένια» θυμάμαι να μου απαντάει.

Μια σιδερένια πόρτα που δεν ανοίγαμε ποτέ, όταν βρισκόμασταν στο σπίτι. Πάντα ήθελα βέβαια να παραβώ τους κανόνες και να την άνοιξω, όμως δεν το έκανα. Από ευγένεια λογικά. Δεν ξέρω. Δεν έχει σημασία.

 

|||—|||

 

Σημασία έχει η ευκολία με την οποία η ζωή έρχεται να σε αναιρέσει αρχικά και να σε μπερδέψει στη συνέχεια. Θεωρείς διάφορους ανθρώπους απρόσιτους ή κάποια πράγματα απλησίαστα κι όμως αυτά, καμιά φορά, ξετυλίγονται μπροστά σου σε δευτερόλεπτα. Και σαν τα δεις να ξετυλίγονται » κάνει χαρά μεγάλη», που λέει κι ένας φίλος.  Σε παρασύρουν στην ηδονή που σου ταιριάζει. Στην ηδονή που σου αξίζει.

 

|||—|||

 

Ανοίγοντας την πόρτα που μου υπέδειξε, θυμάμαι έναν υπόκωφο ήχο που με ενόχλησε για κάποια δευτερόλεπτα. Έναν έντονο ήχο, που τρυπούσε με ευκολία τα τύμπανα και των δύο αυτιών. Παράλληλα με τον ήχο, ο χώρος άρχισε να αλλάζει. Άρχισε να διαλύεται η συνοχή των αντικειμένων στον περίγυρο. Ένα άσπρο φως έκανε την εμφάνιση του. Ένα φως σε ανιούσα πορεία, καθώς δευτερόλεπτο με το δευτερόλεπτο, γινόταν όλο και πιο δυνατό. Μέχρι που έφτασε η στιγμή που δεν μπορούσες να δεις.

 

|||—|||

 

Θα αναφερθώ μια στιγμή στο φεγγάρι. Θα πω μια λέξη μόνο για αυτό. Το φεγγάρι είναι ιδέα. Είναι ιδέα για εμάς που το ψάχνουμε κυρίως.

Άραγε, θυμάσαι πόσες συζητήσεις έχεις κάνει για δαύτο;
Κάτι νύχτες ξεχασμένες απ’ το χρόνο, που σε συντρόφευε αμίλητο;
Κάτι ταλαίπωρες νύχτες ,που, χυμένος στην αμμουδιά, γίνεσαι ξερόλας καθώς του ρίχνεις σπασμωδικές ματιές;

Αυτή είναι η έπαρση του ανθρώπου που συζητάει υπό το φεγγαρόφως. Επαναλαμβανόμενη κατάσταση, για πολλά χρόνια, σε πολλά μέρη….

 

~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Ξαφνικά το άσπρο φως χάθηκε και είδα ένα τούνελ να ανοίγεται μπροστά μου. Ήταν αρκετά μακρύ, δεν μπορούσα να διακρίνω αν τελειώνει κάπου ή όχι. Δεν είχε και κάποια σημασία αυτό.

Μου κράτησε το χέρι για μια στιγμή και σκέφτηκε δυνατά. Δεν ξέρω αν το κατάλαβε ότι το έκανε.
» Αχ και να μου μιλούσε πάλι..»
«Το φεγγάρι»;
» Ναι, την άλλη φορά κάτι πρόλαβε να μου ψιθυρίσει».

 

|||—|||

 

Καθώς περπατούσαμε, θυμάμαι να πέφτει στα κεφάλια μας ακατάπαυστα μια βροχή. Δυνατές σταγόνες, όχι καμιά ψιχάλα.

Για να πω την αλήθεια, είχα βρεθεί κάπου που μόνο με το φεγγάρι δεν έμοιαζε. Σκέφτηκα ότι έχω παραπλανηθεί. Ότι είμαι ένα αφελές θύμα. Ότι περπατάω σε μία ατελείωτη σήραγγα, υπό τη συνοδεία της βροχής. Ότι δεν περπατάω στο φεγγάρι.

 

|||—|||

 

Κάνοντας την να νιώσει πραγματικά άβολα με τις αντιδράσεις μου, με ρώτησε «αν συμβαίνει κάτι. Το καταλάβαινε ότι δεν ήμουν τόσο άνετος, όσο στην αρχή της εκδρομής μας. Παρ’όλα αυτά, με διαβεβαίωσε ότι πλησιάζουμε.

 

|||—|||

 

Σε χρονικά ανύποπτο σημείο της διαδρομής, την έπιασε αμόκ. Άρχισε να περιγράφει το φεγγάρι. Και εκείνη την ώρα, αν την άκουγες να μιλάει γι’ αυτό, βράχος να ‘σουν θα γκρεμιζόσουν. Φαινόταν ότι μιλούσε για κάτι που λατρεύει.
Δεν ήταν μόνο αυτό.
Ήταν εκείνη η ένταση με την οποία περπατούσε όλο και πιο βαθιά μες στο τούνελ.
Ήταν εκείνη η σπίθα στα μάτια.

Και όταν τα μάτια σε σαγηνεύσουν πιο εύκολα απ’ τα λόγια, άντε να βγάλεις άκρη.

 

|||—|||

 

Είχε περάσει αρκετή ώρα και περπατούσαμε ασταμάτητα. Είχα σταματήσει βέβαια να δίνω σημασία στο χρόνο. Είχα μείνει σε εκείνα τα πράσινα μάτια που μεταλλάχτηκαν, όταν αποφάσισε να μιλήσει για το φεγγάρι. Πλέον, δε με ένοιαζε να το δω κιόλας. Το πλάσμα που βρισκόταν δίπλα μου, το αντικαθιστούσε επάξια. Δεν το καταλάβαινα πάντως.

 

~~~}~~~~

 

Πήρα το θάρρος και τη ρώτησα.

» Θα δούμε το φεγγάρι;
Σα ν’ αργήσαμε λίγο».

Με κοίταξε, χαζογέλασε για λίγο και συνέχισε να περπατάει.

Την ξαναρώτησα, όχι από κάποιου είδους δυσφορία όμως. Από απλή περιέργεια. Πραγματικά σε εκείνο το σημείο, δε με ένοιαζε να αντικρίσω το φεγγάρι. Δεν είχε κάποια σημασία. Πιότερο με ένοιαζε να μη σβήσει ποτέ αυτή η φλόγα που είχε στο πρόσωπο της.

Μάλλον θύμωσε που τη ρώτησα και δεύτερη φορά και ευθύς είδα μια αλλαγή στο βλέμμα της. Ο τόνος της φωνής της ανέβηκε ξαφνικά.

«Γιατί ρωτάς συνέχεια; Γιατί απλώς δεν απολαμβάνεις τη στιγμή;» Ακόμα δεν κατάλαβες ότι δεν πάμε στο φεγγάρι; Εγώ είμαι το φεγγάρι. Κι είμαι εδώ μόνο για εσένα. Γίνε και εσύ το φεγγάρι μου αν θες. Τα χρειαζόμαστε τα φεγγάρια μας, δεν το πιάνεις; Για όλες εκείνες τις χαζές στιγμές που είμαστε λίγο τεμπέληδες. Σε είδα έτσι το πρωί και θέλησα να σου φτιάξω τη διάθεση. Να μπούμε στο τούνελ χέρι-χέρι, να κοιτάει ο ένας τον άλλον. Να πούμε καμιά μαλακία να γελάσουμε λίγο. Γιατί δεν αφήνεσαι; Κανείς δε θα σε πειράξει. Τουλάχιστον, όσο είμαι εγώ δίπλα σου.»

Ομολογώ ότι ακούγοντας αυτά πράγματα ένιωσα λίγο βλάκας. Στην ουσία, δεν απολάμβανα μια στιγμή που φτιάχτηκε για μένα. Δεν εκτιμούσα αυτό που μου πρόσφερε.

Από εκείνο το σημείο, ηρέμησα και αφέθηκα, όπως μου ζήτησε, στα χέρια της. Δίχως να το συνειδητοποιήσω, πέρασαν μπόλικες ώρες. Ώρες που τρία πράγματα μόνο είχαν σημασία. Το τούνελ, η βροχή και τα μάτια της.

 

|||—|||

 

Όταν έφτασε η ώρα να επιστρέψουμε στο δωμάτιο, είχε νυχτώσει πια. Η βροχή δυστυχώς είχε σταματήσει να μουσκεύει τα κεφάλια μας. Κατευθείαν βγήκα στο μπαλκόνι. Ήθελα να δω το φεγγάρι. Είχε πάρει ήδη τη θέση του στον ουρανό. Κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα ότι μπορώ να το απολαύσω στην ολότητα του. Είχα χίλιες δυο λέξεις να πω για αυτό το άτιμο μισοφέγγαρο, που βρισκόταν τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά μου. Βγήκε και αυτή στο μπαλκόνι, κρατώντας δυο ποτήρια με κρασί στο χέρι. Η πρόποση, απαραίτητη προυπόθεση.

«Στο φεγγάρι»
«Σε εσένα που έγινες το φεγγάρι μου»

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s