Το Τρένο || Του Prattler

Posted by

«Το Τρένο 6-24-7 κατέφτασε στο σταθμό.Ετοιμαστειτε για επιβίβαση.»

Τράβηξε την τελευταία του τζούρα απ’ το τσιγάρο , πέταξε το άδειο πλέον πλαστικό ποτήρι και ανέβηκε στο Τρένο.

Τον ακολούθησαν άλλοι τέσσερις, ένας ισχνός νεαρός, μια γυναίκα σχετικά πλήρης ημερών, ένας φαλακρός τύπος με χαρακτηριστικό προγούλι και ένα μικρό καχεκτικό κοριτσάκι, ζήτημα να ήταν εφτά-οχτώ χρόνων.

Πριν μπει, έκανε πως ξύνει τα γκρίζα του μαλλιά μόνο για να δει για τελευταία φορά τη Στάση, πήρε μια τελευταία τζούρα ρεαλισμού και εισήλθε στο τρένο 6-24-7. Όλα πλέον είχαν κριθεί.

Έκατσε αναπαυτικά στο βαγόνι. Όλοι τους ήταν απομονωμένοι απ’ τους υπόλοιπους. Όπως πάντα, άλλωστε.

«Το τρένο 6-24-7 αναχωρεί.» . Ήταν η φωνή μιας κοπέλας που ανήγγειλε την έναρξη του ταξιδιού.

Μια όμορφη κοπέλα, στα καλύτερα της χρόνια. Πάντα φορούσε ένα χαμόγελο διάπλατο που έκρυβε τη νύστα ή τα οποία της προβλήματα. Και ως δια μαγείας κι εσύ ξεχνούσες τα οποία ζόρια σου, φορούσες κι εσύ ένα χαρούμενο προσωπείο που παραδόξως σε επηρέαζε. Για εκείνα τα τέσσερα- πέντε λεπτά, τουλάχιστον,όταν έβγαζες το εισιτήριο. Πιθανότατα.

Δεν την είχε δει ποτέ αυτή τη γυναίκα. Το εισιτήριο για αυτό το τρένο δεν το έβγαζες. Απλά ένα τρένο ερχόταν κι εσύ έμπαινες μέσα.

Ελάχιστοι το προτιμούσαν. Οι δειλοί που πλέον δεν μπαίνουν καν στον κόπο να προσπαθήσουν. Και οι τολμηροί που προσπάθησαν μα δεν βρήκαν τίποτε.

Οι δεύτεροι ήταν χειρότεροι, νομίζω. Πώς γίνεται να μην βρεις κάτι όταν το ψάχνεις;

Του φαινόταν περίεργο,αλλά λίγα είχαν σημασία πλέον . Αυτοί οι πέντε, ότι κι αν ήταν, ήταν επιβάτες αυτού του τρένου. Δειλοί ή τολμηροί, στο τέλος επιβάτες ήταν…

Το τρένο αυτό δεν έκανε στάσεις. Η στάση ήταν μια, ο Τερματικός Σταθμός. Ωστόσο σε κάποια στάδια της διαδρομής, το τρένο μείωνε ταχύτητα.

Πρώτο σημείο επιβράδυνσης ήταν ένα μικρό πολύχρωμο χωριό. Σε κάποιο σημείο το τρένο πήγαινε σημειωτόν, καθώς περνούσε απ’ το κέντρο του χωριού. Εκεί , έβλεπε κανείς μικρά παιδιά να παίζουν μεταξύ τους ή και σε μονάδες, κάνοντας σχοινάκι ή προσπαθώντας να μάθουν να κάνουν «πεταλιά» στο ποδήλατο. Ακουγόταν ένα ευχάριστο βουητό που φώναζε «ΖΩΗ» με διαπεραστική , χαρακτηριστικά παιδική φωνή.

Ευτυχώς το χωριουδάκι αυτό ήταν μικρό και το πέρασμα δε διαρκούσε πάνω από δέκα λεπτά. Ποιος αντέχει πάνω από 10 λεπτά τις φωνές των παιδιών! Ποιος μπορεί να δει τόση ζωή,τόση ανεμελιά,τόση ξεγνοιασιά και να μη θέλει να σπάσει τα τζάμια του τρένου, να παρατήσει τα πάντα και να εγκατασταθεί στο χωριό αυτό;

«Αν όντως πηδούσα έξω…» . Έδιωξε κατευθείαν αυτή τη σκέψη. Στο Τρένο δε σκέφτεσαι. Στο Τρένο δεν έχεις επιλογές. Στο τρένο είσαι απλά επιβάτης. Και απ’ τη στιγμή που είσαι επιβάτης, όλες σου οι υπόλοιπες ιδιότητες παύουν…

Το Τρένο είχε αναπτύξει ταχύτητα,μέχρις ότου ξεπρόβαλλε μια κωμόπολη. Την κωμόπολη αυτή τη διέσχιζε το τρένο διαγώνια, κάνοντάς την να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο πραγματικά είναι.

Έβλεπε κανείς παιδιά αλλά σε όχι τόσο Νιρβάνα όσο το χωριό. Διέκρινε κάποιος παρατηρητικός μια ανησυχία στα παιδιά αυτά. Κυρίως, παρατηρούσε την αποξένωση. Η τραγική πλειονότητα των παιδιών ήταν μόνοι. Άλλοι περπατούσαν με ακουστικά στ’ αυτιά, άλλοι διάβαζαν διάσπαρτοι και μακριά απ’ τους υπόλοιπους. Μερικά παιδιά μάλιστα δούλευαν, κάνοντας «χαμαλοδουλειές» και μικροπράγματα.

Ήταν πολύ παράξενη αυτή η κωμόπολη. Παρά την απομόνωση, ένιωθες έναν ασθενικό σφυγμό που καλούσε τους πολίτες να συνεργαστούν και να κοινωνικοποιηθούν. Έβλεπες και εδώ χρώματα, ωστόσο χρωμάτιζαν περίεργα μοτίβα, σε σημείο που ο τόσος χρωματισμός σε έπνιγε. Ήταν γαλήνια κι ας έβλεπες να πλανάται το πνεύμα του άγχους πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων. Ήταν πολύ παράξενη αυτή η κωμόπολη…

Οι τόσες σκέψεις σε συνδιασμό με την παραξενιά της κωμόπολης τον έκαναν να νιώθει άρρωστος. Κατάπιε με πολύ ζόρι , σηκώθηκε και έφτασε στην άκρη του βαγονιού,όπου βρισκόταν η τουαλέτα.

Κλείδωσε και πήρε βαθιές ανάσες. Η δυσωδία ωστόσο τον νίκησε. Τα μάτια του δάκρυσαν, έπεσε στα γόνατα και ξέρασε. Έπειτα, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, ψέλλισε «Είσαι επιβάτης, σταμάτα να σκέφτεσαι» και βγήκε.

Το τρένο ήδη έφτασε στην Πόλη. Ανακουφίστηκε. Η Πόλη δεν του δημιουργούσε σκέψεις. Εκεί άλλωστε δεν υπήρχαν σκέψεις. Όπως στο Τρένο, εκεί ήσουν απλά Πολίτης.

Το Γκρίζο και το πράσινο της σήψης κυρίεψαν και έσβησαν τα χρώματα που προηγουμένως χόρευαν στα μάτια σου. Το άγχος κυριαρχούσε, ενώ τα ρομπότ με ανθρώπινη μορφή δεν είχαν αναπτύξει το βασικό ένστικτο των ανθρωπίνων όντων για κοινωνικοποίηση. Εδώ υπήρχε μόνο γοργό περπάτημα. Εδώ πέραν από κάτι βρισιές ακαθόριστες δεν άκουγες τίποτε. Εδώ δεν υπήρχαν μοτίβα ή έστω κάτι να κάνει τη διαφορά και να σπάει τη μονοτονία. Εδώ ήταν όλα γκρι και τετραγωνισμένα. Εδώ ήταν όλα τυποποιημένα.

Το φασαριόζικο Τρένο περνούσε με φόρα μέσα από την πόλη,αλλά ο εκκωφαντικός θόρυβος δεν ενόχλησε κανέναν. Όλοι σκυφτοί και απρόσωποι συνέχιζαν την πορεία τους. Έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον,δεν αντάλλασσαν ούτε βλέμμα, και συνέχιζαν.

Προς τα προάστια της Πόλης, ένας Πολίτης σωριάστηκε καταμεσής του δρόμου. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Είχε σπασμούς, έτρεμε και πρέπει να φώναζε-στο τρένο για να ακούσεις κάτι πρέπει να είναι υπερβολικά δυνατό- αλλά κανείς μα κανείς δε συγκινήθηκε. Μόνο κάποιοι,που για να μην τον πατήσουν,άλλαζαν κάπως το βηματισμό τους. Α, και μια κυρία του έριξε ένα βλέμμα. Α, κι ένας κύριος επίσης. Κατά τ’ άλλα ο Πολίτης ξεψυχούσε αβοήθητος…

Σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς να μεσολαβεί μια διαδρομή σε φυσικό χώρο, το Τρένο έφτασε στη Συμπρωτεύουσα.

«Αν δεν παρατηρήσεις την ταμπέλα που αχνοφαίνεται δύσκολα την παίρνεις χαμπάρι», σκέφτηκε φευγαλέα και γέλασε κάπως πικρά. Έζησε δύο χρόνια σε αυτήν χωρίς να πάρει είδηση ότι είχε αλλάξει χώρο κατοικίας!

Άτιμη πόλη ή Συμπρωτεύουσα. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεγαλείων και σηψαιμίας. Γύρω απ’ τον σιδηρόδρομο δεν έβλεπες τίποτε παρά την κατάντια, τα ερείπια που αποκαλούσαν σπίτια οι άνθρωποι που τους έβλεπες μουτζουρομένους , κουρασμένους και ταλαιπωρημένους. Αν όμως έφτανε το μάτι σου παραπέρα, έβλεπες τα μεγαλειώδη κτήρια. Έβλεπες τους περιποιημένους ανθρώπους – ρομπότ να έχουν ένα καλύτερο ντύσιμο, ένα περιποιημένο γκριζωπό μαλλί και ένα καλύτερης ποιότητας προσωπείο απ τους άλλους. Ήταν λιγότερο χλωμό. Άλλοι μάλιστα το είχαν αναβαθμίσει,κι έτσι φαινόταν ότι χαμογελούσαν. Εσωτερικά βέβαια, ήταν όλοι ένα συνονθύλευμα από γρανάζια χαμηλής ποιότητας, αναλώσιμα. Το ίδιο κούφιοι, κι όμως εξωτερικά τόσο διαφορετικοί…

Έπειτα από μία ώρα στη «μουντίλα» της Συμπρωτεύουσας, η πύλη που χώριζε όλες τις υπόλοιπες μορφές «κοινωνικής ζωής» – καθαρά συμβατικός όρος και εκτός πραγματικότητας πλέον- από την Πρωτεύουσα ξεπρόβαλλε μπρος στο κατά τ’ άλλα ογκώδες Τρένο,που έμοιαζε τόσο μικρό και αδύναμο πλέον.

Η Πρωτεύουσα ήταν σαφέστατα ότι πιο επιβλητικό είχαν δει όλοι τους. Δρόμοι χωρίς ίχνος βρωμιάς, κτήρια τεράστια, προηγμένης τεχνολογίας, φως που σε τυφλώνει απλά για τη φωταγώγησή της, state-of-the-art αγάλματα πρώην δημάρχων, φωτεινές πινακίδες σε κάθε κτήριο. Κι όμως, η Πρωτεύουσα είχε τους λιγότερους κατοίκους…

Ελάχιστοι κρίνονταν «άξιοι» να περάσουν τις Πύλες της. Στο σύνολό τους άνθρωποι θεωρητικά πλήρεις ημερών αλλά με πολλά ακόμη χρόνια μπροστά τους. Άνθρωποι που εκμεταλλεύτηκαν τη «ρομποτική» τους φύση , και απέκτησαν το αστρονομικό ποσό που χρειάστηκε για να πληρώσουν όταν αιτήθηκαν να μετακομίσουν. Πόσο το οποίο προήλθε από το αβυσσαλέο ένστικτο των ρομπότ να εκμεταλλεύονται γεγονότα και καταστάσεις και να κλέβουν γρανάζια ή προσωπεία.

Βλέπετε, η Πρωτεύουσα, όντας εξελιγμένη και πιο ισχυρή απ τις άλλες, είχε προνοήσει για την ευδαιμονία της. Έμμεσα έβαλε τα ρομπότ να πολεμούν αθόρυβα προκειμένου οι πιο κούφιοι,σαν και του λόγου τους, να κριθούν άξιοι να εισέλθουν. Ευτυχώς ήταν λίγοι. Δυστυχώς όμως έκαναν κουμάντο στους πολλούς.

Καθώς πέρασε το Τρένο και από την Πρωτεύουσα, όπου πλέον έμπαινε στην τελική φάση του ταξιδιού, αναλογίστηκε πως τουλάχιστον δεν κατέληξε εκεί. Καλύτερα το Τρένο, παρά η Πρωτεύουσα. Μπορεί απλά να ήταν επιβάτης μαζί με τους άλλους, ωστόσο δεν ήταν Πρωτευουσιάνος. Οι Πρωτευουσιάνοι το μισούσαν το Τρένο. Πιθανότατα έβλεπαν στους επιβάτες αυτό που ονομάζουμε «ψυχή», μια έννοια την οποία όχι απλά αγνοούσαν, αλλά σαν αίρεση, αποκύρητταν σε κάθε ευκαιρία.

«Αγαπητοί επιβάτες, πλησιάζουμε στον Τερματικό Σταθμό. Ετοιμαστείτε για πρόσκρουση».

Τα λόγια της ρομποτικής φωνής που ακούστηκαν από το ξεχαρβαλώμενο ηχείο έθεσε πάντες σε εγρήγορση. Το Τρένο αύξησε πλήρως την ταχυτητά του εισερχόμενο σε ένα τούνελ. Ο Τερματικός Σταθμός ήταν κοντά.

Έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε για τελευταία φορά το χωριό και την κωμόπολη. Σε ένα περίπου πεντάωρο ταξίδι, αυτό που άξιζε διήρκεσε μόλις μισή ώρα. Οι επιλογές του τον είχαν απομακρύνει από αυτά τα μέρη. Η ίδια η φύση του, επίσης.

Σκέφτηκε τη Στάση. Σκέφτηκε πόσο καιρό πήγαινε εκεί μα πάντα δίσταζε να περάσει τις πόρτες του τρένου. Και να σου που το έκανε. Και να σου που όλα πλέον δεν είχαν σημασία. Βέβαια,αν είχαν νωρίτερα, δε θα έμπαινε ποτέ…

Σκέφτηκε για τελευταία φορά την κοπέλα που έπλασε ακούγοντας μόνο τη φωνή της. Πόσο θα ήθελε να την είχε γνωρίσει! Πόσο θα ήθελε να μιλήσει έστω για δέκα λεπτά με αυτή τη φωνή από κοντά! Να την αγγίξει, να τη φιλήσει, ή και όχι. Να μάλωνε μαζί της,να μην του άρεσε καν όταν την αντίκρυσε. Θα τον είχε σώσει…

Δε γνώρισε ποτέ του τον Έρωτα. Κάποιοι απ’ τους επιβάτες δε γνώρισαν τη Γνώση, άλλοι δε γνώρισαν την Επιτυχία. Ήταν το μοναδικό πράγμα που «ένωνε» τους επιβάτες. Η Αποτυχία. Και μάλιστα στο στάδιο της παραίτησης.

«Όλοι μας αποτυγχάνουμε. Απλά κάποιοι προσπάθησαν παραπάνω μέχρι να πετύχουν. Δεν τους πτόησε η Αποτυχία, τους πείσμωσε. Μακάρι να ήμουν σαν κι αυτούς…»

Ένα δάκρυ κύλησε απ το μαγουλό του. Όλα πλέον τελείωναν.

Ενώ το τρένο ανέπτυξε ταχύτητα που αποτελεί απαγορευτικό για αμαξοστοιχίες μαζικής μεταφοράς, ένας τοίχος,καμουφλαρισμένος στο σκοτάδι του τούνελ, πλησίαζε προς το μέρος τους.

Μέσα σε δευτερόλεπτα, το Τρένο 6-24-7 έγινε συντρίμμια. Τσαλακώθηκε σαν τενεκεδένιο κουτάκι μπύρας μπροστά στον ανυπέρβλητο τοίχο. Όλοι οι επιβάτες χάθηκαν στα συντρίμμια. Ωστόσο δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Το Τρένο έπρεπε να επανεκκινήσει.

«Το Τρένο 6-24-7 κατέφτασε στο σταθμό. Ετοιμαστείτε για επιβίβαση.», ανήγγειλε μια γυναικεία φωνή στη Στάση…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s