Για ένα λυχνάρι || του Rasayana ||

Posted by

Ο ήχος του τηλεφώνου που χτυπάει, διαλύει τη πρωινή σιωπή.

 

– Τι θες πρωί πρωί; Στον ύπνο σου μ’ έβλεπες;
– Δε γινόταν να μη σε πάρω. Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι.
– Άντε, ρώτα με να τελειώνουμε.
– Ονειρεύτηκες χθες το βράδυ;
– Δε θυμάμαι. Έπεσα ξερός να κοιμηθώ γιατί ήμουν όλη μέρα στο πόδι.
– Εγώ ονειρευτήκα κάτι. Και θέλω να στο πω.
– Νυστάζω ρε άνθρωπε.
– Σε παρακαλώ.. Θα στο πω γρήγορα.
– Καλά, ξεκίνα.

 

~~

 

– Ζούσαμε λέει σε μια άλλη κοινωνία. Πολύ διαφορετική από τη δική μας. Ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε αυτούς που είχαν λυχνάρια και στους άλλους που τα επιζητούσαν. Αυτοί που είχαν τα λυχνάρια, είχαν το  προνόμιο που ζηλεύαμε οι υπόλοιποι. Ο καθένας είχε το προσωπικό του τζίνι.

– Τι πράγματα μου λες πρωινιάτικα μωρέ;

– Άκου τώρα και μη με διακόπτεις. Τα τζίνι πραγματοποιούσαν όλες τις ευχές των ανθρώπων που είχαν τα λυχνάρια. Αυτοί δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Κάθονταν όλη μέρα και έκαναν βόλτες, έπιναν καφέ, έβγαιναν το βράδυ να χορέψουν. Σου λέω, είχαν μια ζωή χαρισάμενη. Για όλα φρόντιζαν τα τζίνι. Δεν κουνούσαν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι και είχαν τα πάντα έτοιμα. Φαϊ, νερό, λεφτά, ρούχα, αμάξια. Ό,τι μπορείς να φανταστείς.

– Εσύ δεν είχες λυχνάρι;

– Όχι, εγώ ήμουν με τους άλλους, που δεν είχαν. Εμείς παλεύαμε κάθε μέρα για να τα βγάλουμε πέρα. Καμία σχέση με τους λυχναράδες. Δεν είχαμε χρόνο για διασκέδαση. Αποτελούσαμε τα γρανάζια που ρύθμιζαν το σύστημα. Όλη μέρα στα σκατά φιλαράκι. Πραγματικά.

– Τι κάνατε δηλαδή;

– Όλο το χαμαλίκι που χρειαζόταν. Σκέψου μόνο εμείς δουλεύαμε. Η μισή κοινωνία. Το διανοείσαι; Η μισή! Πού να προλάβουμε να διορθώσουμε αυτά που απαιτούνταν; Δεν προλαβαίναμε να κλάσουμε, όχι να κάνουμε τις δουλειές που μας ανέθεταν οι από πάνω. Άσε που ήταν και περιφρονητικοί απέναντί μας. Κάθε φορά που μας αντίκριζαν, άρχιζαν τα σχολιάκια περί πλέμπας και ήταν ιδιαιτέρως ειρωνικοί. Δεν αντέχονταν φίλε.

 

– Και αντέχατε να ζείτε έτσι;

– Εσύ πώς αντέχεις να ζεις έτσι;

– E;

– Tι ε; Λέω, εσύ πώς αντέχεις να ζεις έτσι;

– Μα δεν εννοούσα ότι-

– Δεν ξέρω τι εννοούσες, δε με νοιάζει κιόλας. Απλώς κατάλαβε ότι το όνειρο που είδα αφορούσε και εσένα.

– Εμένα;

– Ναι, εσένα. Αλλά εσύ δεν ήσουν στο όνειρο. Να σου πω και το λόγο;

– Για πες.

– Γιατί στο όνειρο μια μέρα ξεσηκωθήκαμε φίλε. Ξυπνήσαμε ένα πρωί και παντού άκουγες φωνές. Είχαν αλλάξει οι άνθρωποι. Είχαν αλλάξει οι ισορροπίες. Είχε χαθεί το σκοτάδι. Έβλεπες έναν ήλιο να λάμπει. Έναν ήλιο να φωτίζει το μονοπάτι της νίκης.

– Τι εννοείς;

– Eπαναστατήσαμε βλάκα! Επαναστατήσαμε! Ξέρεις τι πάει να πει αυτό; Έπαψαν τα δάκρυα να ασχημαίνουν τα πρόσωπα των ανθρώπων. Έπαψαν οι λυχναράδες να κουνάν επιδεικτικά το δάχτυλο. Είχαμε γίνει εμείς οι λυχναράδες. Ακούς; Εμείς!

– Για πες.

– Κάναμε επιδρομή το βράδυ που ήταν όλοι στα κρεβάτια τους. Τους πιάσαμε στον ύπνο. Πήραμε όλα τα λυχνάρια που είχαν. Όλα! Δεν αφήσαμε ούτε ένα. Αυτούς τους δέσαμε και τους πετάξαμε στη θάλασσα. Πνίγηκαν ακαριαία. Κάτι φυσαλίδες είχαν μείνει να επιπλέουν απλά στην επιφάνεια. Οι τελευταίες τους αναπνοές.

Τότε άρχισε το παραμύθι. Είχαμε γίνει οι κυρίαρχοι. Ό,τι ζητούσαμε τόσα χρόνια, ξεδιπλωνόταν απλόχερα μπροστά μας. Εγώ να σου πω την αλήθεια, ένιωσα λίγο σα βασιλιάς. Είχα το τζίνι μου. Είχα τα πάντα. Ζητούσα κάτι και το είχα σε δευτερόλεπτα.

– Τι έγινε λοιπόν αφού πήρατε τα λυχνάρια;

– Θα σου πω. Κύλησε αρκετός καιρός και είμασταν χαρούμενοι. Αναπληρώναμε το χαμένο χρόνο. Το χρόνο που στερήθηκαμε την πολυτέλεια του λυχναριού. Ζητούσαμε μετά μανίας πράγματα. Και κάθε φορά νιώθαμε καλύτερα. Κάθε φορά που έβγαινε κάτι απ’ το λυχνάρι, νιώθαμε θεοί.

– Τι λες βρε παιδί μου;

– Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Να σου όμως που άλλαξε η κατάσταση κάποια στιγμή. Αρχίσαμε να νιώθουμε δυσφορία. Κάτι μας έπνιγε. Είχαμε μετατραπεί σε κάτι που δεν ξέραμε τι ήταν. Είχαμε γίνει τέρατα. Άπληστα τέρατα που το μόνο που έκαναν ήταν να ζητούν πράγματα απ’ τα τζίνι. Μέχρι που δε μιλούσαμε πια. Ναι, εμείς που ήμασταν αγαπημένοι κι όλοι μαζί ανατρέψαμε τα δεδομένα. Είχαμε φτάσει σ’ ένα σημείο που δεν ανταλλάσσαμε κουβέντα. Φρικιαστική κατάσταση. Είχαμε απορροφηθεί τόσο πολύ από τα λυχνάρια που ξεχάσαμε όλα όσα είχαμε μάθει. Ξεχάσαμε το διπλανό μας.

– Κάνατε κάτι γι’ αυτό;

– Ναι. Αφού το παρατηρήσαμε, αρχίσαμε να αυτοκτονούμε. Είχε δημιουργηθεί μια τεράστια θηλιά γύρω μας. Είχαμε σφάλλει με το χειρότερο τρόπο. Έπρεπε να τιμωρηθούμε. Θυμάμαι πέφταμε και εμείς στη θάλασσα. Πέφταμε σε δυάδες, πιασμένοι χέρι χέρι. Την ώρα που πέφταμε, ξύπνησα από αυτόν τον εφιάλτη. Δε βλέπεις ποτέ το θάνατό σου στον ύπνο έτσι κι αλλιώς.

– Περίεργο όνειρο είδες. Θα παράφαγες.

– Δεν έχει σημασία. Όνειρο ήταν και τέλειωσε. Σε ευχαριστώ που με άκουσες, ήθελα κάπου να τα πω. Απλώς έκατσα και σκέφτηκα μετά. Πώς ζουν όλοι αυτοί πού κυβερνάνε τις ζωές μας; Δεν είναι άνθρωποι; Δε νιώθουν τίποτα;

– Ποιος ξέρει με δαύτους; Ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν.

– Άστα να πάνε. Θα μιλήσουμε αργότερα. Πρόσεχε πάντως.

– Τι;

– Τα λυχνάρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s