Ο άγγελος|| του Rasayana ||

Posted by

– Χθες βράδυ ήρθε πάλι ρε φίλε και μου είπε ότι είναι νωχελική. Ότι δεν έχει όρεξη για αυτό που βαφτίζουμε ζωή. Έχει παραδοθεί απόλυτα σε μια κατάσταση ανιαρή. Φοβάμαι για αυτήν, ανησυχώ, θλίβομαι.

– Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

-Δεν ξέρω τι να κάνω, τι να της πω.

– Ξέρεις πολύ καλά. Άσε τις υπεκφυγές.

-Δεν ξέρω σου λέω.

– Καταρχήν θα την πάρεις μια μεγάλη αγκαλιά. Θα την κρατήσεις σφιχτά στα χέρια σου για αρκετά δευτερόλεπτα. Να καταλάβει ότι είναι σημαντική. Να καταλάβει ότι εσύ τουλάχιστον στέκεσαι δίπλα της. Να καταλάβει ότι ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που τη σκέφτονται. Άνθρωποι που κατανοούν.

– Δε θα καταλάβει τίποτα σου λέω. Ταξιδεύει αλλού το μυαλό της. Όσες φορές προσπάθησα να της μιλήσω, γύρισε το βλέμμα της αλλού. Δε θέλει να πιστέψει στον εαυτό της. Είναι φαύλος κύκλος.

– Θα της πεις να ανοίξει το συρτάρι που βάζει τα αγαπημένα της πράγματα. Αν ψάξει προσεκτικά, κάπου θα βρει τα φτερά της.

– Τα φτερά της;

-Ναι τα φτερά της. Θα τα φορέσει και θα πετάξει μακριά. Μακριά από όλα όσα την απασχολούν. Μακριά από όλες αυτές τις σκέψεις που εμποδίζουν την ευτυχία της.

-Αφού δεν έχει φτερά. Ίσως έχει. Δεν ξέρω. Ακόμα και να έχει όμως, είναι τσακισμένα. Βλέπεις μαζεύτηκαν πολλά δεινά στο δωματιάκι. Είναι μια φυλακή για αυτήν. Ένα ανήλιαγο κελί που την τρελαίνει. Νομίζω γίνεται και για μένα φυλακή. Δεν ξέρω.

– Μην το ξαναπείς αυτό. Ποτέ. Εσένα ειδικά, σε χρειάζεται δίπλα της. Γίνε και μια φορά υπεύθυνος. Πες της ότι το κελί που την κρατάει, δε θα αντέξει για πολύ ακόμα. Πλάσματα σαν αυτήν, δαγκώνουν τα κάγκελα με τα ίδια τους τα δόντια. Τα μασάνε με όλη τους τη δύναμη και γελάνε. Γελάνε δυνατά. Ύστερα βγαίνουν στον κόσμο και ερωτεύονται. Ξέρουν ότι ήρθε η μέρα που περίμεναν καρτερικά. Η μέρα που αντιλαμβάνονται ότι η φυλακή είναι φτιαγμένη από χαρτί. Πόσο καιρό να μείνει φυλακισμένος ένας άγγελος άλλωστε;

– Ωραία τα λες, δεν μπορώ να πω. Αναθάρρησα λίγο μ’ αυτά που άκουσα.

– Χαίρομαι φίλε μου. Τώρα θα μου επιτρέψεις όμως να βγω μια βόλτα. Απ ό,τι βλέπω, άρχισε να ψιχαλίζει . Και δε θέλω να μείνω σπίτι. Θέλω να περπατήσω λίγο στη βροχή. Με ηρεμεί.

– Ένα τσιγάρο. Και φεύγω.

– Εντάξει Δημήτρη.

 

~

 

Δεν έγραψα κάποιο ψέμα παραπάνω. Δεν έχω κάποιο λόγο να το κάνω άλλωστε. Η βροχή είναι γλυκιά συντροφιά σε ένα βραδινό περίπατο. Είναι μια κάθαρση. Πολλές φορές στεναχωριέμαι ,όταν βλέπω τους ανθρώπους να τρέχουν να προστατευτούν απ’ τις σταγόνες. Να ψάχνουν απεγνωσμένα για ένα καταφύγιο.

Δεν υπήρξαν ποτέ τους παιδιά άραγε;

~

 

Κάποιες φορές όμως δε στεναχωριέμαι. Όπως εκείνο το βράδυ στη Ναυαρίνου. Ήταν Νοέμβρης, ήταν Σάββατο και πλησίαζε το ξημέρωμα. Καθόμουν σε ένα πεζούλι με ανθρώπους που είχα γνωρίσει πριν λίγο. Ξέρεις, σε αυτά τα πεζούλια που κάθονται οι περίεργοι. Το κρύο ήταν τσουχτερό αλλά δε μας πτόησε να σου πω την αλήθεια. Είχαμε μόλις γνωριστεί και είχαμε πολλά να πούμε.

Παράξενο;

Ποιος ξέρει;

 

~~

 

Καθώς τσουγκρίζαμε τις μπύρες και συζητούσαμε χαμογελαστοί, εμφανίστηκε εκείνος. Γύρισα το βλέμμα μου και τον είδα ξαφνικά μπροστά μου. Μια ταλαιπωρημενη φιγούρα προστέθηκε στην παρέα.

«Μάλλον με λένε Μιχάλη» είπε. Δεν ήταν σίγουρος. Δε μου φάνηκε παράξενο. Και εγώ δεν είμαι σίγουρος για πολλά πράγματα.

 

~~~

 

Πρέπει να είχε φτάσει τα εξήντα. Ίσως και τα εξηνταπέντε. Ήταν ψηλός και κάπως ευτραφής. Τα μαλλιά του άσπρα από τα χρόνια που κουβαλούσε στις πλάτες του, το ίδιο και η επιμελώς ατημέλητη γενειάδα του. Στο αριστερό του χέρι, ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί. Φαινόταν ότι ήταν πολύτιμο για το Μιχάλη. Κάθε τόσο το κοιτούσε στοργικά.

» Τι ωραία που σας βρήκα εδώ να κάθεστε ρε παιδιά, κι έψαχνα κάποιον να μιλήσω» είπε.

Και το εννοούσε. Για περίπου μισή ώρα δεν έβαλε γλώσσα μέσα του. Έλεγε πράγματα ασυνάρτητα. Για κάποιον λόγο που αγνοώ μέχρι και σήμερα, είχαν μεγαλύτερη συνάφεια από τις κουβέντες που ανταλλάσσουμε μηχανικά για να περάσει η ώρα.

 

~|~

 

Θυμάμαι είχαμε σχηματίσει ένα κύκλο γύρω του και τον ακόυγαμε προσεκτικά να διηγείται πράγματα για τη ζωή του.

» Κάποτε ήμουν καλά και εγώ παιδιά μου. Δεν ανησυχούσα για τίποτα. Μια μέρα ο αδερφός μου χρειάστηκε να με προστατέψει από κάτι άσχημο και μου είπε ότι είμαι τρελός. Τον αγαπούσα πολύ τον διάολο και τον πίστεψα. Από τότε είμαι τρελός. Ο τρελο-Μιχάλης(;) που γυρνάει τα ξημερώματα και γυρεύει παρέα να πιει λίγο κρασί. Ο τρελο-Μιχάλης(;) που κοιμάται στις πλατείες όταν δεν υπάρχει κανένας γύρω του.

 

~~|~~

 

Μέσα στη θολούρα που δημιουργούσαν οι λέξεις και οι φράσεις του, ο Μιχάλης είπε πολλές αλήθειες εκείνο το βράδυ. Αλήθειες που σε πονάνε ανθρωπάκο. Για το παιδί που πηγαίνοντας στο σχολέιο, βρέθηκε να κείτεται νεκρό από τους πυροβολισμούς. Για τους ανθρώπους που πετάχτηκαν στο δρόμο, όπως πετάχτηκαν τα άδεια περιτυλίγματα στους κάδους των σκουπιδιών. Για σένα άνθρωπε, που όταν σου χαλάνε τον ύπνο, απλά αλλάζεις πλευρό μην και ξεβολευτείς.

Και είχαν αρχίσει να μαζεύονται και άλλοι γύρω μας για να τον ακούσουν..

 

~

 

Αφού είπε αυτά που ήθελε, αποχώρησε ήσυχα. Δεν ξέρω που θα πήγαινε. Ούτε αυτός ήξερε όταν τον ρώτησα.

» Κάπου για να ξαπλώσω και εγώ γέρος άνθρωπος»..

Εσείς το Μιχάλη μπορείτε να τον αποκαλέσετε τρελό.
Εγώ θα τον αποκαλέσω άγγελο.

~~~

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s