Θυμάμαι ένα σπίτι || του Rasayana ||

Posted by

Πριν από αρκετά χρόνια, θυμάμαι να περπατάω σε ένα όμορφο χωριουδάκι του Πηλίου. Να τριγυρνάω στα σοκάκια σαν να μην υπάρχει αύριο. Ήθελα να αδράξω τη στιγμή εκείνη και να την απολαύσω σε όλο της το μεγαλείο. Θαρρώ πως άξιζε. Πάντα θα αξίζει. Έτσι όπως περπατούσα λοιπόν, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου κάτι που δε θα ξεχάσω εύκολα. Ένα πελώριο σπίτι στεκόταν στην άκρη του δρόμου. Από αυτά τα σπίτια που τα βλέπεις, σταματάς να τα θαυμάσεις για λίγα λεπτά και ύστερα συνεχίζεις ακάθεκτος τη βόλτα σου. Εκείνη τη μέρα η βόλτα σταμάτησε εκεί.

~

Το σπίτι αυτό μετά βίας υπήρχε ακόμα στη θέση του. Ερειπωμένο, απεριποίητο, παρατημένο απλά σε κάποια γωνία του χωριού, σκέφτηκα ότι έχει πολλά πράγματα να μου πει. Καμιά φορά και τα σπίτια μιλάνε. Έκανα κάτι που δεν το συνηθίζω. Αντί να συνεχίσω αμέριμνος τον περίπατο που είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου, έτρεξα κατευθείαν προς αυτό. Η καγκελόπορτα της αυλής ήταν ανοιχτή, το ίδιο και η πόρτα της εισόδου στο χώρο.

~~

Προς στιγμήν, μπήκα στην αυλή. Ακόμα θυμάμαι πόσο με ικανοποίησε εκείνο το ηλιοβασίλεμα που αντίκρισα απέναντι. Το σπίτι βρισκόταν σε ένα αρκετά προνομιακό σημείο του χωριού. Ήταν ένα από τα τελευταία οικίσματα, ψηλά, αρκετά ψηλά. Είχες στον πιάτο σου ολόκληρο τον Παγασητικό. Όπως καταλαβαίνει κανείς, η θέα ήταν ανεκτίμητη. Από τις αναμνήσεις που εντυπώνονται βαθιά στη συνείδηση. Κάθισα κάπου εκεί για δέκα περίπου λεπτά, μέχρι να χαθεί ο ήλιος από τον ορίζοντα. Μέχρι να εξαφανιστεί η πανδαισία των χρωμάτων που έντυνε τον ουρανό.

~~~

Όταν αποχώρησε ο ήλιος, σκέφτηκα ότι είναι η στιγμή να εξερευνήσω το σπίτι. Ήθελα πολύ να το κάνω. Κάτι με είχε εγκλωβίσει σε εκείνο τον χώρο. Ακόμα ψάχνώ να βρω τι ήταν. Άνοιξα το φακό του κινητού και μπήκα στα ενδότερα. Ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο, απ’όσο θυμάμαι, γιατί το πάτωμα ήταν γεμάτο από τρύπες. Πολλές σανίδες δεν ήταν πια στη θέση τους. Απόρροια της εγκατάλειψης που υπέστη ο χώρος σκέφτηκα. Έπρεπε να είμαι προσεκτικός.

~

Προχώρησα με αρκετή δυσκολία προς τα μέσα. Μπήκα σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί οι αράχνες είχαν επιβάλλει το νόμο τους. Πλήρης κυριαρχία. Περπατούσα και ένιωθα τους ιστούς να με αγκαλιάζουν. Ήταν το δικό τους δωμάτιο πια. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Έριξα μια γρήγορη ματιά και συνέχισα το παιχνίδι μου. Την εξερεύνηση. Μπήκα σε άλλο δωμάτιο. Λογικά ήταν το σαλόνι. Ακόμα υπήρχαν κάποια έπιπλα εκεί. Ήταν βέβαια φαγωμένα από το σαράκι αλλά δε με ένοιαξε καθόλου εκείνη τη στιγμή. Ήθελα απλώς να νιώσω την αύρα του χώρου στον οποίο βρισκόμουν. Ήθελα να τα αγγίξω, μήπως και τα νιώσω. Μήπως και αυτά είχαν κάτι να μου πουν για το χρόνο που πέρασε. Για τον χρόνο που ήταν τιμωρός και τα άφησε να παρακμάζουν.

~~

Το μάτι μου, ύστερα, έτσι όπως φώτιζα με το κινητό μου, έπεσε σε κάτι πίνακες που ήταν κρεμασμένοι γύρω-γύρω στο σαλόνι. Ξεθωριασμένα απομεινάρια από χαρτί μιας άλλης εποχής. Ίσα που διέκρινες τι είναι ζωγραφισμένο σε αυτούς. Με έπιασε μια μελαγχολία γιατί σκέφτηκα για λίγο την ατμόσφαιρα που επικρατούσε κάποτε εκεί. Σε εκείνο το μεγάλο δωμάτιο, με την τραπεζάρια, τις καρέκλες και τους πίνακες που θα χρωμάτιζαν με το δικό τους μοναδικό τρόπο το χώρο. Παραδίπλα, ένα τζάκι. Ένα υπέροχο πέτρινο τζάκι. Πόσοι άνθρωποι άραγε να έκατσαν γύρω από τη φωτιά του; Πόσες όμορφες βραδιές άραγε να είχαν ξοδευτεί με τη συντροφιά του; Πόσες ιστορίες να διηγήθηκαν οι άνθρωποι ενώ κάθονταν κυκλικά γύρω από αυτό; Πόσες αναμνήσεις να υπάρχουν άραγε για αυτό το σπίτι; Ελπίζω δηλαδή να υπάρχουν. Να μην έχει ξεχαστεί. Γιατί οι άνθρωποι ξεχνάμε.

~~~

Θυμάμαι ότι ήταν μία στιγμή με έντονη συναισθηματική φόρτιση και επέλεξα να λήξει εκεί η εξερεύνησή μου. Είχα δει ό,τι ήθελα να δω, ήμουν χαρούμενος και αποφάσισα να κινήσω πάλι προς την πλατεία. Ήταν ήδη βράδυ άλλωστε κι ίσως με έψαχνε και η παρέα για το καθιερωμένο τσούγκρισμα του κρασοπότηρου.

~

Βγαίνοντας στην αυλή, άκουσα κάτι φωνές. Περπάτησα λίγο ακόμα να δω ποιος είναι. Δύο συμπαθητικοί κύριοι, περαστικοί από εκείνο τον τόπο, είχαν κοντοσταθεί στο σοκάκι έξω από το σπίτι και συζητούσαν…

– Αχ βρε Γεράσιμε, τι μ’ ‘εφερες από ‘δω και εσύ; Ξέρεις ότι τα ερειπωμένα σπίτια με θλίβουν.

– Το ξέρω αλλά οφείλω να σε εκθέσω σε αυτό που φοβάσαι βρε Αντώνη. Σαν φίλος επιστήθιος, οφείλω να σε κάνω να δεις τον κόσμο μ’ άλλα μάτια.

– Τι θα καταφέρεις με δαύτο;

– Το θέμα είναι να καταφέρω κάτι φίλε μου;

– Όχι όχι, δεν είπα αυτό..

– Ε κάτσε να το θαυμάσουμε τότε, τώρα που το βρήκαμε. Κοίτα δω ένα αρχοντικό. Πού τα βρίσκεις αυτά στις μέρες μας; Έχουν αλλάξει οι καιροί Αντώνη. Και οι καιροί αλλάξανε, και εμείς αλλάξαμε μαζί τους… Σιγά μην το κατάλαβες ποτέ σου.

– Το κατάλαβα ρε Γεράσιμε. Άντε πάμε να πιούμε ένα ούζο να θυμηθούμε τα παλιά. Με έκανες και νοστάλγησα τα περασμένα πανάθεμά σε.

– Κερνάω εγώ αυτήν τη φορά.

~~

Τις προάλλες καθόμουν σε ένα φασαριόζικο σημείο της πόλης. Είχα πάει εκεί με τα απαραίτητα σύνεργα. Τον καφέ, το τσιγάρο και το τετράδιο που αποτυπώνω σκέψεις, λέξεις και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Μέσα στο θόρυβο, το άγχος και την αναστάτωση που επικρατούσε γύρω μου, θυμήθηκα αυτούς τους δύο ανθρώπους. Θυμήθηκα τη συζήτηση τους στο σοκάκι, εκείνη την όμορφη νύχτα στο βουνό. Σκέφτηκα ότι θα είναι ακόμα αχώριστοι. Κάπου θα πίνουν το ουζάκι τους και θα συζητάνε για όμορφα πράγματα. Σκέφτηκα επίσης ότι θα είναι ευτυχισμένοι με τον τρόπο τους. Απαλλαγμένοι από τη νοσηρότητα της κοινωνίας, θα θυμούνται τα παλιά και θα τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους σε ό,τι πέρασε. Ελπίζω να τα τσουγκρίζουν και σ’ αυτά που θα έρθουν βέβαια. Σε αυτά που σε περιμένουν στη γωνία. Σε αυτά που περιμένουν υπομονετικά να βηματίσεις προς το μέρος τους.

~~~

Όπως και αυτό το αρχοντικό κάποτε ήταν τόπος γιορτής και τώρα τα ίδια του τα θεμέλια αρχίζουν και το προδίδουν σιωπηλά, έτσι και εμείς οι άνθρωποι άλλοτε ανθίζουμε και άλλοτε καταρρέουμε σε μια γωνιά του δωμάτίου. Ποιος ο λόγος να καταρρεύσεις όμως μάτια μου; Ποιος ο λόγος να σέρνεσαι όταν μπορείς να πετάξεις; Έχεις φτερά, το ξέρεις; Άνοιξε τα επιτέλους. Εμένα περιμένεις να στο πω; Ποιος είμαι εγώ; Εγώ δεν ξέρω από αυτά. Γράφω για να περάσει η ώρα. Και περνάει η ρημάδα.

~

– Θα μου κάνεις μια χάρη;
– Για σένα θα έκανα τα πάντα.
– Θα πάμε κάπου σκοτεινά, κάπου ήσυχα.
– Γιατί;
– Μόνο εκεί μπορώ να σε δω.
– Μόνο εκεί;
– Ναι μόνο εκεί.
– Γιατί;
– Γιατί τα αστέρια λάμπουν μόνο στο σκοτάδι.

~~

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s