Όταν πεθαίνουν τα πουλιά || Του Rasayana ||

Posted by

Θυμάμαι ότι από μικρό παιδί θαύμαζα τα πουλιά. Αυτές τις μαύρες κουκκίδες στο απέραντο μπλε του πάνω ορόφου. Σα θα τύχαινε να έρθει κάποιο από αυτά κοντά μου και να κάτσει ή να ψάξει για τροφή, καθόμουν και εγώ και το χάζευα. Με ευχαριστούσε κάποτε να σκέφτομαι ότι δεν είμαστε όλοι καθηλωμένοι στη γη. Ότι δεν έχουμε όλοι βαρίδια στα πόδια. Είχε έρθει μία φορά ο παππούς μου θυμάμαι εκεί που καθόμουν και παρατηρούσα ένα περιστέρι.

– Τι χολοσκάς μ’αυτά μωρέ; Δεν το βλέπεις ότι και αυτά δεν είναι ελεύθερα;

– Τι λες ρε παππού;

– Ακόμα και αυτά ο ουρανός τα περιορίζει..

~~

Είχα την τύχη να περάσω πολλά καλοκαίρια στην Ιτέα σαν ήμουν παιδί και εγώ. Ξέρεις, εκείνα τα χρόνια που δεν το καταλαβαίνεις ενίοτε, αλλά τα νοσταλγείς. Απαραίτητη συντροφιά ο παππούς και η γιαγιά. Στο παρόν κείμενο θα σταθώ λίγο στον παππού που μας χαιρέτησε κάποτε ο μπαγάσας. Τώρα θα τρέχει στις καλαμιές και στα λιβάδια. Είμαι απολύτως σίγουρος.

~~

Έτυχε να ‘ναι από τους ανθρώπους που δεν ξέρεις γιατί τους θαυμάζεις. Που η όψη τους στροβιλίζεται χρόνια μετά στο μυαλό σου και αναρωτιέσαι τι συμβαίνει. Και νομίζω ότι αυτοί είναι οι άνθρωποι που πετυχαίνουν κάτι τελικά. Αυτοί που έμειναν στο δωματιάκι σου για πάντα. Με μία πράξη, ένα βλέμμα, μια αγκαλιά.

~~

Θυμάμαι που με έπαιρνε από το χέρι και περπατούσαμε στον παραλιακό δρόμο. Σφιχτά, σα να κρατάς κάτι πολύτιμο. Εντάξει, δε θα άφηνε κανέναν να πειράξει τον Αποστολάκο του. Και θυμάμαι ότι περνούσε τόσο ευχάριστα η ώρα. Καμάρωνα και εγώ δίπλα του, αφού με βλέπαν με τον παππού. Μου μάθαινε τάβλι και χαρτιά στο καφενείο. Πολλές φορές με άφηνε να κερδίζω κιόλας για να μου παραδώσει και το βραβείο. Μη φανταστείς κάτι ιδιαίτερο. Ένα παγωτό από το περίπτερο δίπλα. Ναι, κάποτε σου έφτανε ένα παγωτό για να κοιμάσαι χαρούμενος. Σιγά μην το θυμάσαι.

~~

Παίρναμε τα ποδήλατα και κάναμε τις ωραίες μεγάλες μας βόλτες. Και μου μιλούσε πολύ, θυμάμαι, πάρα πολύ. Ήθελε να μου διηγηθεί πράγματα για τη ζωή του, να ξέρει το εγγονάκι του πέντε πράγματα γι’ αυτόν. Και όσο τον άκουγα εγώ, τόσο περισσότερο πίστευα ότι άγγελοι ζουν ανάμεσα μας. Ήταν ο άνθρωπος που εγώ αποκαλώ εισιτήριο. Σε παίρνει και σε οδηγεί όπου πραγματικά θέλεις.

~~

Όταν μας χαιρέτησε ο άτιμος κάποιον Αύγουστο, δεν είδα τα πουλιά στην αυλή. Κοίταξα, όπου μπορούσα, αλλά δεν είχαν φανεί. Κάτι θα είχαν αισθανθεί κι αυτά, τόσα χρόνια εκεί. Μας χαιρέτησαν κι αυτά σκέφτηκα.

Τώρα, εδώ που τα λέμε, θα ήθελα να κάτσω να πιω λίγο κρασάκι με τον Αντρίκο αλλά χαλάλι. Όταν συναντηθούμε ξανά, ξέρω ότι θα κρατάει δυο ποτήρια στο χέρι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s